Οι εννιά στις δέκα πληροφορίες που κυκλοφορούν στο διδύκτιο είναι ψέμματα ή μισές αλήθειες. Η καταγραφή τους βοηθάει στον έλεγχο και στο ξεσκαρτάρισμα.

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

ΥΠΟΠΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΣΟΡΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΕΙ ΦΑΒΕΛΕΣ ΛΑΘΡΑΙΩΝ. ΠΡΟΕΟΡΤΙΑ ΓΙΑ ΣΤΡΑΤΙΕΣ ΦΘΗΝΩΝ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΧΕΡΙΩΝ ΣΤΑ ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΑ ΤΩΝ 10 ΕΥΡΩ




soros
Την ίδρυση ταμείου με στόχο την οικοδόμηση σπιτιών αλληλεγγύης για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες στην Ελλάδα ανακοίνωσε σήμερα ο διάσημος χρηματιστής Τζορτζ Σόρος μιλώντας σε διεθνές φόρουμ για το μέλλον της Ευρώπης.
Το ταμείο, στο οποίο κατέθεσε ήδη ο ίδιος σεβαστό χρηματικό ποσό, έχει την έδρα του στην Σουηδία με πρωτοστάτη το ίδρυμα Ραούλ Βάλενμπεργ.
Ενδιαφέρον για συμμετοχή έχουν εκδηλώσει ήδη πολλές προσωπικότητες και οργανώσεις στην Νορβηγία.
«Ο στόχος μου είναι διπλός» δήλωσε ο κ. Σόρος. «Πρώτον, να δείξουν οι Ευρωπαίοι αλληλεγγύη προς τους Έλληνες και δεύτερον να δείξουν οι Έλληνες αλληλεγγύη στους ξένους».
«Η Ελλάδα» πρόσθεσε «είναι αιχμάλωτη του Συμφώνου Δουβλίνο 2 που δεν επιτρέπει σε ξένους που πρωτομπήκαν σε αυτή να μεταβούν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες παραμένουν έτσι στην παρανομία, εξίσου πολλοί είναι και οι άστεγοι. Με τα χρήματα του νεότευκτου ταμείου θα μπορούσαν να χτιστούν σπίτια αλληλεγγύης ή να ενοικιαστούν ήδη υπάρχοντα. Έτσι θα μπορούσε να μπει κάποιο φρένο στην συντελούμενη ανθρωπιστική καταστροφή.
Τα χρήματα του ταμείου θα δοθούν σε ελληνικές οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών οι οποίες προσφέρουν ήδη βοήθεια τόσο σε ντόπιους όσο και σε ξένους.
Οι οργανώσεις αυτές πάντως δεν μπορούν να υποκαταστήσουν για μεγάλο διάστημα την κρατική και ευρωπαϊκή παρέμβαση.
Ο ίδιος εξήγησε ότι η αφετηρία της ιδέας του ήταν το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι το μεγαλύτερο θύμα της τρέχουσας χρηματιστικής κρίσης.

 http://www.makeleio.gr

Περισσότερα... »

Ποιά ζώα σε ψήφισαν ήθελα να'ξερα....

"Καταργείστε την....έξοδο του Μεσολογγίου"


Νέα επίθεση κατά του ελληνισμού εξαπέλυσε η γνωστή “φιλέλλην” ακαδημαϊκός και βουλευτής της ΔΗΜΑΡ Μαρία Ρεπούση η οποία σύμφωνα με την εφημερίδα το ΒΗΜΑ (http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=481692) ζητά την κατάργηση της αναπαράστασης της εξόδου του Μεσολογγίου, της  ανατίναξης της Αρμάτας στις Σπέτσες  την αναπαράσταση στο Κούγκι και τις εκδηλώσεις για το Λάβαρο της Αγίας Λαύρας.



Η μεγάλη "ελληνίδα" ακαδημαϊκός του περίφημου "συνωστισμού" της Σμύρνης, χαρακτηρίζει όλες αυτές τις αναπαραστάσεις, περιλαμβανομένης και της αναπαράστασης της εισόδου των ελληνικών στρατευμάτων στη Θεσσαλονίκη θέση στην οποία συμφωνεί και ο Δήμαρχος της πόλης Γ. Μπουτάρης  ως... "εθνικιστικά κιτς".

Όπως δηλώνει η ίδια όλες αυτές οι εκδηλώσεις δεν προσφέρουν τίποτα αναπαράγουν την εθνικιστική έξαρση, επαναλαμβάνονται συνεχώς και δεν γίνεται κανένας ιστορικός στοχασμός. Τελικά η ψήφος είναι σαν την τράπεζα ουδέν λάθος αναγνωρίζεται μετά την απομάκρυνση από το ταμείο.

Είναι δε σίγουρο ότι οι κάτοικοι του Μεσολογγίου, των Καλαβρύτων, του Σουλίου και των Σπετσών θα "τιμήσουν" με ιδιαίτερη θέρμη τις θέσεις της βουλευτού και το κόμμα στο οποίο ανήκει στις επόμενες εκλογές.

Δήμαρχος Μεσολογγίου: "Ντροπή σας κα Ρεπούση, μαζέψτε την !"

«Γιατί κα Ρεπούση να μην καταργηθεί και η Ελλάδα ως ιδιαίτερη εθνική οντότητα, καθώς και ότι την "αναπαριστά" ως ζώσα παράδοση και ιστορικό δρώμενο, αφού όλα κατ' εσάς είναι "εθνικιστικά κιτς" που αναπαράγουν την "εθνικιστική έξαρση"» διερωτάται στην απάντησή του ο δήμαρχος Μεσολογγίου, Παναγιώτης Κατσούλης και κάλεσε τον πρόεδρο της ΔΗΜ.ΑΡ., Φώτη Κουβέλη «να μαζέψει» τη βουλευτή του κόμματός του.



Ο δήμαρχος αντέδρασε έντονα μόλις είδε τις δηλώσεις της Μαρίας Ρεπούση σύμφωνα με τις οποίες αναπαραστάσεις όπως αυτή της Εξόδου του Μεσολογγίου αποτελούν «εθνικιστικά κιτς».

«Έχετε επιλέξει να βρίσκεστε στην επικαιρότητα μέσω προκλητικών και ανιστόρητων δηλώσεων, όπως η χθεσινή σας “Να καταργηθεί η Έξοδος του Μεσολογγίου ως αναπαράσταση. Θα μπορούσατε κα Ρεπούση - βουλευτή του Ελληνικού Κοινοβουλίου και της ΔΗΜΑΡ σήμερα να συγκεκριμενοποιήσετε την “επαναστατική” σας πρόταση;», σημείωσε ο δήμαρχος. Και τόνισε: «Τι προτείνετε δηλαδή σε μας, τους "αδαείς εθνικιστές", να καταργηθεί, έτσι ώστε να μην δημιουργείται εθνικιστική έξαρση;.

Ο εορτασμός της αυτοθέλητης θυσίας χιλιάδων ελλήνων και φιλελλήνων, για τα ιδανικά της ελευθερίας, της εθνικής ανεξαρτησίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης;

Ο εορτασμός ενός γεγονότος παγκόσμιας εμβέλειας, το οποίο διέγειρε τους λαούς της Ευρώπης και ακύρωσε τα σχέδια της τότε "Ιεράς Συμμαχίας" για τη διάσωση, μέσω του διαμελισμού, της Οθωμανικής αυτοκρατορίας;».

Ο δήμαρχος κατέληξε μάλιστα λέγοντας ότι: «Ντροπή σας κ. Ρεπούση. Γνωρίζοντας τις απόψεις σας για τα εθνικά ζητήματα, καθώς και την ιδιαίτερη ευαισθησία σας για τον τόπο μας και το μεγαλείο της ηρωικής Εξόδου των ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΩΝ, μαζέψτε την».
από



ΑΙΣΧΟΣ  ΠΙΑ!!!!!!!!!!!!!!!!!!
 Αυτά η κ. Ρεπούση να πάει να τα πεί και στη Σαμαρίνα, που κάθε χρόνο ξαναστέλνει τα παιδιά της στο Μεσολόγγι, όπως και τότε

 Σας αρέσει δεν σας αρέσει, εδώ το λένε Ελλάδα και δεν έχουμε σκοπό  να το αλλάξουμε... όσοι δεν γουστάρετε, τα σκουτιά σας και δρόμο...
Εμείς θα συνεχίσουμε ΑΔΕΡΦΩΜΕΝΟΙ να χορεύουμε






Περισσότερα... »

Meteorologist: Hurricane Sandy Manufactured


Περισσότερα... »

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

Γιώργος Κοντογιώργης, Οι βαλκανικοί λαοί και το ελληνικό κοσμοσύστημα


Διάλεξη του Γ.Κοντογιώργη, στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου (16.12.2011), με την ευκαιρία της παρουσίασης του βιβλίου του "Η ελληνική δημοκρατία του Ρήγα Βελεστινλή", που κυκλοφόρησε στα ρουμανικά.

Βρίσκομαι εδώ για να σας προτείνω μια διαφορετική γνωσιολογία της ιστορίας και στο πλαίσιο αυτό να υποστηρίξω μια προσέγγιση της ιστορίας της Ευρώπης και των βαλκανικών λαών που τοποθετείται στον αντίποδα εκείνων που διδάσκει η νεοτερικότητα.
Αποκαλώ τη γνωσιολογία αυτή κοσμοσυστημική διότι επιχειρεί τη συγκρότηση ενός καθολικού συστήματος γνώσης (εννοιών, κατηγοριών συστημάτων, μεθόδου), στο οποίο υπάγει τα επιμέρους φαινόμενα ή περιόδους της ιστορίας. Αυτό σημαίνει ότι ορίζω τις έννοιες εξ υπαρχής, όπως τη δημοκρατία, την αντιπροσώπευση, την ελευθερία, την ισότητα, τη δικαιοσύνη, την εργασία, το κεφάλαιο, το κράτος κλπ, και, κατ'επέκταση, τα συστήματα (το οικονομικό, το πολιτικό κλπ) που καλούνται να τις εμπραγματώσουν. Κατά τον ίδιο τρόπο, η περιοδολόγηση της ιστορίας καλείται να συνεκτιμήσει τις γενικές κατηγορίες κοινωνιών και όχι τα γεγονότα ή τους συσχετισμούς που διαμορφώνονται μεταξύ τους.

Τι είναι όμως ένα κοσμοσύστημα; Είναι ένα σύνολο κοινωνιών που έχουν κοινά θεμέλια γνωρίσματα, ιδεολογικές ορίζουσες, δυναμικές και, φυσικά, παρουσιάζουν εσωτερική συνοχή και συμπληρωματικότητα, που καθορίζει την ίδια τους την ύπαρξη. Μέτρο για να ταξινομήσουμε τις κοινωνίες αυτές στο ένα ή στο άλλο κοσμοσύστημα είναι η ελευθερία. Διευκρινίζω ευθύς αμέσως ότι η ελευθερία είναι η διακρίνουσα, που αφορά στη συγκρότηση των κοινωνιών, δεν είναι η παραγωγός αιτία του κοσμοσυστήματος. Διακρίνουμε, με βάση το μέτρο της ελευθερίας, το δεσποτικό και το ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα. Η ανθρωπότητα έζησε στο περιβάλλον πρωτογόνων ή δεσποτικών κοινωνιών στο μεγαλύτερο διάστημα της ιστορίας και υπό μια έννοια έως τους νεότερους χρόνους. Το ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα (κοινωνίες εν ελευθερία) εμφανίζεται για πρώτη φορά στον ελληνικό κόσμο, από την κρητο-μυκηναϊκή εποχή. Από τότε και έως τους νεότερους χρόνους παριστάμεθα μάρτυρες ενός δυισμού: από τη μια το δεσποτικό κοσμοσύστημα που κυριαρχεί στο μεγαλύτερο μέρος της γης και από την άλλη το ελληνικό κοσμοσύστημα που δεσπόζει στην περιοχή της μεσογειακής λεκάνης και του Ευξείνου. Το ελληνικό κοσμοσύστημα δεν είναι άλλο από το ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μικρής κλίμακας, που έχει δηλαδή ως θεμελιώδη κοινωνία την πόλη. Το κοσμοσύστημα αυτό παρουσιάζει το πλεονέκτημα ότι πραγματοποίησε μια πλήρη διαδρομή, που την τυπολογούμε σε κρατοκεντρική -συγκρότησή του με βάση τις ανεξάρτητες πόλεις κράτη- και σε οικουμενική, μια φάση που ακολουθεί την ολοκλήρωση των κοινωνιών εν ελευθερία (δημοκρατία κλπ) μέσα στις πόλεις. Η οικουμένη δεν καταργεί τις θεμέλιες κοινωνίες (τις πόλεις) προσθέτει μια υπερκείμενη πολιτεία, την κοσμόπολη, η οποία λειτουργεί εναρμονιστικά και υπάγει σε ένα πολιτικό κανονιστικό πλαίσιο ότι εξέχει της πόλεως, όπως η οικουμενική οικονομία κλπ. Η κοσμόπολη/κοσμοκράτος έχει ως κεντρικό πολιτικό σύστημα την μητροπολιτική πολιτεία. Τυπικό παράδειγμα αποτελεί το Βυζάντιο.
Το ελληνικό ή ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα θα στεγάσει πολλούς λαούς στο διατακτικό του, μεταξύ αυτών τους βαλκανικούς που, μετά από μια στιγμή, θα αναγνωρισθούν με το πρόσημο της ελληνικής εκδοχής του χριστιανισμού, της ορθοδοξίας.
Το ελληνικό ή ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μικρής κλίμακας, αποτέλεσε την μήτρα για την επάνοδο του ευρωπαϊκού κόσμου, που βίωνε την μεσαιωνική δεσποτεία, σε ανθρωποκεντρική τροχιά, που οδήγησε τελικά στο μετασχηματισμό του σε ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μεγάλης κλίμακας, με θεμέλια κοινωνία το λεγόμενο κράτος έθνος. Ακριβώς αυτή η μετάβαση από τη μικρή στη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα θα επιτρέψει στον ανθρωποκεντρισμό να κυριαρχήσει κατά κράτος στη δεσποτεία και να επιβληθεί στο σύνολο του πλανήτη.
Μια απλή διαπίστωση, που απορρέει από το σχήμα αυτό, μας επιτρέπει να συναγάγουμε ότι το πολιτικό και οικονομικό σύστημα της εποχής μας δεν είναι ούτε αντιπροσωπευτικό, ούτε δημοκρατικό διότι δεν ανταποκρίνεται στο σκοπό της δημοκρατίας που είναι η εμπραγμάτωση της καθολικής (ατομικής, κοινωνικής και πολιτικής) ελευθερίας. Πολλώ μάλλον, η λεγόμενη παγκοσμιοποίηση εγγράφεται στον κρατοκεντρισμό, όχι στη φάση της οικουμένης.
2. Έχοντας κατά νουν τα ολίγα αυτά εισαγωγικά λόγια στην κοσμοσυστημική γνωσιολογία, σας προτείνω να ασχοληθούμε ειδικότερα με το ζήτημα της σχέσης και της θέσης των λαών της βαλκανικής -και υπό μια γενικότερη έννοια της νοτιοανατολικής Ευρώπης- στο ελληνικό κοσμοσύστημα. Πράγμα που θα μας οδηγήσει αναγκαστικά σε μια συγκριτική παράθεσή τους με την δυτική Ευρώπη.
Πρώτη και καταστατική διαπίστωση αποτελεί το γεγονός ότι οι δυο αυτές περιοχές της γηραιάς ηπείρου αποτελούν, σε διαφορετικά επίπεδα, ζωτικές περιφέρειες του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος μικρής κλίμακας, οι οποίες τέθηκαν από αυτό σε τροχιά ανθρωποκεντρικής μετάβασης, κατά τη φάση του Βυζαντίου. Η κρατούσα άποψη προσκυρώνει στην περιοχή της ορθοδοξίας στο Βυζάντιο, ενώ η δυτική Ευρώπη, επιχειρεί να διαχωρίσει την θέση της από αυτό και να ισχυρισθεί ότι η μετάβασή της στη νεότερη εποχή, αποτέλεσε αυτοφυές γεγονός, που δεν συναρτάται με την ιστορία.
Η άποψη αυτή είναι απολύτως εσφαλμένη, θα έλεγα ότι αποτελεί ιδεολογική επιλογή που διαψεύδεται από την ιστορία. Επειδή όμως εγείρονται μείζονα ζητήματα που αφορούν στην αξιολόγηση του νεότερου κόσμου, θα μου επιτρέψετε να επισημάνω ορισμένες, τις καιριότερες, αδυναμίες της νεοτερικής γνωσιολογίας της ιστορίας.
Θεμελιώδη διαπίστωση αποτελεί το γεγονός ότι το ερμηνευτικό σχήμα με το οποίο επιχειρείται να προσεγγισθεί ο χώρος της νοτιο-ανατολικής Ευρώπης είναι εκείνο που συγκρότησε η δυτικο-ευρωπαϊκή διανόηση και αφορά στην εξέλιξη της «Δύσης». Το σχήμα αυτό θα αναχθεί, εντούτοις, σε καθολικό ενδείκτη της εξέλιξης του νεότερου κόσμου, γνωσιολογική συνιστώσα για το παρελθόν και γνώμονα «προοδευτικής» ή «παραδοσιακής» ταξινόμησης του κοινωνικού γεγονότος. Στο μέτρο που, στο πλαίσιο αυτό, η Εσπερία εγγράφεται στη διαδικασία της εξέλιξης ως πρωτοπορία, ο υπόλοιπος κόσμος, συμπεριλαμβανομένης και της νοτιο-ανατολικής Ευρώπης, ταξινομείται ως η «περιφέρειά» της.
Η επιλογή αυτή εγείρει μείζονα γνωσιολογικά και μεθοδολογικά ζητήματα. Πρώτον, δεν εξηγεί γιατί η ιστορική διαδρομή των χωρών της περιοχής υπήρξε διαφορετική από εκείνη της δυτικής Ευρώπης και κατά τί. Δεύτερον, και σε ό,τι αφορά στη δυτική Ευρώπη, το ερμηνευτικό επιχείρημα της νεοτερικότητας, στο μέτρο που δεν τεκμηριώνει την αξίωσή του να κατέχει μια καθολική αξιακή θέση στο ιστορικό γίγνεσθαι, είναι αυθαίρετο και, οπωσδήποτε, ιδεολογικά διατεταγμένο.
Ποιά είναι η νεοτερική εκδοχή της ιστορίας; Είναι εθνοκεντρική, εδράζεται στην προσέγγιση της πολιτικής υπό το πρίσμα της ισχύος και, κατ’ επέκταση, στην ταυτοποίηση του κόσμου με όρους ηγεμονίας. Με διαφορετική διατύπωση, η αδυναμία του ερμηνευτικού αυτού σχήματος έγκειται στο ότι ανάγει την πρωτο-ανθρωποκεντρική γνωσιολογία -αυτήν την οποία διδάσκει η νεοτρικότητα- σε μέτρο αξιολόγησης της δεσποτείας, αλλά και της καθόλου ανθρωποκεντρικής ολοκλήρωσης.
Η εισαγωγή της εθνοκεντρικής λογικής – και συγκεκριμένα του τρόπου συγκρότησης της θεμελιώδους κοσμοσυστημικής κοινωνίας της εποχής μας – ως μέτρου της εν γένει ιστορίας, συντελεί ώστε το παρελθόν να αποδομείται από τα συστατικά του χαρακτηριστικά, προβάλλοντας σ’ αυτό το παρόν ή την ανάγκη του παρόντος να τεκμηριωθεί στο παρελθόν. Το αντιφατικό, εν προκειμένω, είναι ότι ενώ το παρελθόν ιστορείται με γνώμονα το εθνοκεντρικό πρόσημο, η νεοτερική επιστήμη αρνείται την ύπαρξη του εθνικού γεγονότος πριν από τη νεότερη εποχή.
Η εθνοκεντρική οπτική της ιστορίας συνδυάζεται με το επιχείρημα της πολιτικής ηγεμονίας, το οποίο χρησιμοποιείται ευρέως για την τυπολογία της ιστορικής εξέλιξης. Ενώ όμως η μέχρι το τέλος της δυτικής Ρώμης ιστορία τεκμαίρεται με βάση το γνώρισμα αυτό, το Βυζαντινό κράτος καταγράφεται με γνώμονα τον δυτικο-ευρωπαϊκό κανόνα ως Μεσαίωνας και αποδομείται σύμφωνα με την εσωτερική εθνοτική πολυσημία του. Εξού και παύει να εγγράφεται ως οικουμενική κοσμόπολη, για να ορισθεί ως αυτοκρατορία.
Σε κάθε περίπτωση, οι ανωτέρω προσεγγίσεις του κοινωνικού γεγονότος και της ιστόρησής του έχουν σαφώς δεσποτικό ή, στην καλύτερη περίπτωση, πρωτο-ανθρωποκεντρικό υπόβαθρο. Προσλαμβάνει τη δύναμη ως το κινούν αίτιο της ιστορίας και τις ανθρώπινες σχέσεις ως σχέσεις δύναμης. Ο ορισμός της πολιτικής ως δύναμης οδηγεί αναπόφευκτα στην «κατασκευή» της ιστορίας, με θεμέλιο την ιστορία των νικητών. Αυτό συμβαίνει ακόμη και στις περιπτώσεις που παρεισάγονται ορισμένα εναλλακτικά, υπό μίαν έννοια κριτήρια, όπως για παράδειγμα η γνώση, στην οποία η νεότερη επιστήμη αποδίδει πρωτογενείς ιδιότητες. Χαρακτηριστική είναι η ονοματοδοσία της εποχής μας: η γεωγραφία της ανθρωποκεντρικής πρωτοπορίας, που αποδίδει η έννοια της Δύσης, επικάλυψε ολοκληρωτικά το γεγονός του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος, στο οποίο συμμετέχει, κατά το μάλλον ή ήττον, το σύνολο του πλανήτη. Ο μαρξισμός, δεν διαφοροποιείται βασικά από την προσέγγιση αυτή, παρόλον ότι επιχείρησε να συνδυάσει την εξέλιξη με το μέτρο του «τρόπου παραγωγής», τον οποίο επιπλέον δεν φαίνεται ότι είχε την γνωσιολογική επάρκεια να κατανοήσει στην ολότητά της.1
Η σχολή των Χρονικών (Annales), ήρθε να γεφυρώσει τις δύο αυτές νεοτερικές εκδοχές της ιστορίας και, ουσιαστικά, να αποτελέσει το όχημα για την κυριαρχία της ιδέας μιας οριστικής ρήξης της νεότερης εποχής με το παρελθόν. Δεν είναι τυχαίο ότι από τη σχολή αυτή προέρχονται όλοι σχεδόν οι μεγάλοι θιασώτες του ανθρωπολογικού επιχειρήματος που επενδύει στην έννοια της «παράδοσης». Εφεξής, ό,τι δεν ανάγεται στην «κατασκευή» της νεοτερικότητας, εγγράφεται ως προ-νεοτερικό, ενοχοποιείται ως περίπου ταυτολογικά ισοδύναμο με τη δεσποτική οπισθοδρόμηση. Προνεοτερική επομένως δεν είναι μόνο η μεσαιωνική φεουδαρχία, αλλά και η αθηναϊκή δημοκρατία, η Ρώμη και φυσικά το Βυζάντιο.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις υφέρπει μια γραμμική αντίληψη της ιστορίας και, οπωσδήποτε, η βεβαιότητα ότι το νεότερο είναι σαφώς ανώτερο του προγενέστερου, με αποθεωτική απόληξη τη νεότερη και σύγχρονη εποχή. Η νεοτερικότητα, έτσι, από φάση της ευρωπαϊκής εξέλιξης από τη δεσποτεία στον (πρωτο-)ανθρωποκεντρισμό, γίνεται, όπως είδαμε, ιδεολογία και, μάλιστα, επιστήμη με αξίωση καθολικής αναφοράς ή εφαρμογής.
Οι επιπτώσεις της αντίληψης αυτής δεν είναι απλώς ερμηνευτικές. Είναι πολυσήμαντες και διακτινώνονται σε περισσότερα επίπεδα: στην ίδια την ουσία του κοινωνικο-οικονομικού και πολιτικού γεγονότος, στην περιοδολόγηση της ιστορίας, σε καταστατικές έννοιες όπως του κράτους, του έθνους, της δημοκρατίας, της εργασίας, του κεφαλαίου, του κοινωνικού και του οικονομικού συστήματος, της εκκλησίας, του ρόλου και της σχέσης της με την πολιτεία και την κοινωνία και πολλά άλλα. Η δημοκρατία δεν ορίζεται με βάση την ουσία της, απλώς περιγράφεται ως το ισοδύναμο του νεοτερικού συστήματος. Η ελευθερία, στο ατομικό ορίζεται ως αυτονομία, δεν απασχολεί όμως το γεγονός ότι στο κοινωνικό και στο πολιτικό πεδίο ορίζεται ως απλό ετερονομικό δικαίωμα. κλπ.
Στον αντίποδα, η κοσμοσυστημική γνωσιολογία διδάσκει ότι η ιστορία δεν είναι ευθύγραμμη, με την έννοια ότι δεν συνέχεται με το διαμήκη άξονα του χρόνου ούτε τέμνει εγκαρσίως το κοινωνικό γεγονός ανεξαρτήτως της ιδιοσυστασίας του. Τόσο ο χρόνος όσο και το κοινωνικό γινόμενο της εξέλιξης ανάγονται στην κοσμοσυστημική τους μήτρα, η οποία διαθέτει ίδιες λογικές και συναρτήσεις. Κατά τούτο, η απόφαση για την εγγραφή του κοινωνικού φαινομένου στη μία ή στην άλλη κοσμοσυστημική κατηγορία (στη δεσποτική ή την ανθρωποκεντρική) ή σε ένα ειδικότερο εσωτερικό μορφολογικό καθεστώς, δεν είναι αποτέλεσμα διανοητικής επεξεργασίας, συνείδησης ή τύχης. Η μετάβαση στη δεσποτική ή στην ανθρωποκεντρική κατηγορία συναρτάται με τη συνδρομή και τη σύνθεση σειράς παραμέτρων, η αποκωδικοποίηση των οποίων είναι αναγκαία για την κατανόηση της εσωτερικής λογικής του κοινωνικού κόσμου και του κινούντος αιτιολογικού υπόβαθρου της ιστορίας.
3. Η πλέον σημαίνουσα κοσμοσυστημική κατηγορία για την κατανόηση της εποχής μας είναι η περίοδος της ελληνικής ή ανθρωποκεντρικής οικουμένης. Η περίοδος αυτή, ιδίως δε η φάση της βυζαντινής κοσμόπολης, καταγράφεται ως κομβική, καθώς ο αναστοχασμός της είναι από μόνος του ικανός να ανατρέψει άρδην τη γνωσιολογική βάση του νεοτερικού ανθρώπου.
Εστιάζουμε την προσοχή μας σε ορισμένες πτυχές της περίπτωσης αυτής που θα μας επιτρέψουν να αντιληφθούμε τη λογική συνέχεια του προβληματισμού μας. Το Βυζάντιο εγγράφεται ευθέως στο ελληνικό ή ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μικρής κλίμακας, που έχει ως υπόβαθρο τη θεμελιώδη κοινωνία της πόλης. Επομένως, η ταξινόμησή του στην κατηγορία του «Μεσαίωνα» και, συνακόλουθα, στο δεσποτικό κοσμοσύστημα, είναι απολύτως εσφαλμένη. Στο δεσποτικό κοσμοσύστημα περιήλθαν οι κοινωνίες της δυτικής Ρώμης, από τον 4ο αιώνα, όχι η μήτρα του ελληνικού κόσμου.
Διαπιστώνουμε μάλιστα ότι στη βυζαντινή φάση του ελληνικού κοσμοσυστήματος ολοκληρώνεται η ανθρωποκεντρική οικουμένη σε τρία τουλάχιστον επίπεδα: η μητροπολιτική πολιτεία, αποβάλει τον μονοσήμαντα μοναρχικό (όπως στους ελληνιστικούς χρόνους) και νομοκατεστημένο εξεπόψεως κοινωνικο-πολιτικής διάρθρωσης (όπως στη Ρώμη) χαρακτήρα, εναρμονιζόμενη στη λογική μιας καθαρά ανθρωποκεντρικής και, μάλιστα, εταιρικά διατεταγμένης κοινωνίας. Κεντρικό πολιτικό σύστημα του Βυζαντίου είναι η Πόλη όχι ο βασιλέας. Όντως ήδη από τις απαρχές του Βυζαντίου έχει ολοκληρωθεί η μετάβαση στην εταιρική οικονομία και κοινωνία2 και κατ’ επέκταση, η κατάργηση της ώνιας εργασίας/δουλείας. Τέλος, στη διάρκεια του Βυζαντίου διευκρινίζεται η σχέση της ανθρωποκεντρικής κοινωνίας με τη νέα θρησκεία η οποία αποδίδεται με την έννοια της ελληνικής εκδοχής του χριστιανισμού.3 Στη σχέση αυτή συγκαταλέγεται και η ρύθμιση της θέσης της εκκλησίας στο πλαίσιο της οικουμενικής κοσμόπολης με γνώμονα την κεφαλαιώδη αρχή των «διακριτών ρόλων». Το βυζάντιο δεν είναι ούτε καισαροπαπισμός ούτε θεοκρατία.4
Καταλυτική, εντούτοις, ως προς τις επιπτώσεις της, θα αποδειχθεί η γενική υπονόμευση την περίοδο αυτή του δεσποτικού κοσμοσυστήματος, η οποία θα επέλθει ως αποτέλεσμα της διείσδυσης σ’αυτό των παραμέτρων του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού. Η διείσδυση αυτή, που ανάγεται ήδη στην κρατοκεντρική εποχή του ελληνικού κοσμοσυστήματος, θα διακτινωθεί σταδιακά σε επάλληλους κύκλους, οι οποίοι από τον 6ο κιόλας αιώνα και μέχρι την Άλωση, θα φθάσει έως τα ακρότατα όρια του δεσποτικού κόσμου. Μαζικές μετακινήσεις ασιατικών δεσποτικών φύλων θα μετακινηθούν διαδοχικά ή σωρευτικά προς την κατεύθυνση του Βυζαντίου, τα οποία συνδυαζόμενα με τα ομόλογά τους από την ευρωπαϊκή ήπειρο, θα ασκήσουν ισχυρότατη πίεση στην ανθρωποκεντρική οικουμένη. Ο ελληνισμός για πρώτη φορά θα αποκλεισθεί από τον ιστορικό ζωτικό του χώρο και τις αγορές της Ανατολής.
Οι νέες αυτές πραγματικότητες θα υποχρεώσουν το Βυζάντιο να αναπροσαρμόσει το στρατηγικό του προσανατολισμό. Θα στραφεί προς Βορράν, προκειμένου να δημιουργήσει νέες αγορές στις χώρες των σλάβων και των σκανδιναβών, διαμέσου των ποταμίων γραμμών επικοινωνίας, και θα επανέλθει στη δυτική παρειά της ρωμαϊκής επικράτειας.
Ώστε, η ευρωπαϊκή ήπειρος γίνεται ο νέος ζωτικός οικονομικός χώρος της βυζαντινής οικουμένης, με τη μορφή της εξωτερικής περιφέρειας. Η Ευρώπη με τον τρόπο αυτό ενοποιείται για πρώτη φορά πολιτισμικά. Συγχρόνως όμως το Βυζάντιο δημιουργεί τις προϋποθέσεις μιας αφύπνισης των λαών της, οι οποίοι αναπόφευκτα θα αναπτύξουν απέναντί του μια ανταγωνιστικής φύσεως πολιτική συμπεριφορά. Η συμπεριφορά αυτή, που προσιδιάζει ακριβώς στη λογική της εξωτερικής περιφέρειας του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος δεν υπήρξε πρωτόγνωρη. Αντιθέτως αποτέλεσε τη σταθερά του καθόλου βίου του ελληνισμού.
Από την άλλη, η εγγραφή της Ευρώπης ως ζωτικής περιφέρειας του ελληνικού κοσμοσυστήματος, θα θέσει τις βάσεις για τη διαίρεσή της. Διότι η μεν σλαβική Ευρώπη θα ενσωματωθεί πολιτισμικά με τον εκχριστιανισμό της, δεν θα προλάβει όμως να εδραιώσει, λόγω της προ-φεουδαλικής της ιδιοσυστασίας και του ελαχίστου χρόνου της ώσμωσής της με αυτό, το πραγματολογικό υπόβαθρο της ανθρωποκεντρικής οικουμένης: το σύστημα των κοινών, τις συντεχνίες, τη χρηματιστική οικονομία και, φυσικά, την ελληνική γραμματεία. Η δε δυτική Ευρώπη, με αφετηρία την Ιταλία, που ενσωματώθηκε στο Βυζάντιο δίκην εσωτερικής περιφέρειας, θα εισπράξει από αυτό τις ανθρωποκεντρικές συνιστώσες του ελληνικού κοσμοσυστήματος. Η διαφορά αυτή, ως προς το περιεχόμενο της ανθρωποκεντρικής ενσωμάτωσης των κοινωνιών της Ευρώπης, θα έχει κοσμοϊστορικές συνέπειες για την εξέλιξη.
Πριν όμως μπούμε στο κεφάλαιο αυτό, είναι χρήσιμο να δούμε, ενολίγοις, τα ίδια χαρακτηριστικά του Βυζαντίου: τι αντιπροσωπεύει δηλαδή ως φάση του ελληνικού κοσμοσυστήματος και, συνεπώς, πώς διαμορφώνεται η σχέση κέντρου- περιφέρειας με την Ευρώπη, που μας ενδιαφέρει ειδικότερα εδώ, ιδίως σε ό,τι αφορά στη νοτιο-ανατολική παρειά της.
(α) Το Βυζάντιο εγγράφεται, όπως είδαμε, στην τροχιά της μετα-κρατοκεντρικής ή οικουμενικής περιόδου του ελληνικού κοσμοσυστήματος, συγκροτεί μια οικουμενική κοσμόπολη. Συνδυάζει, ως κοσμοπολιτεία, τη θεμελιώδη κοινωνία της πόλης/κοινού με τη μητρόπολη. Η πόλη/κοινό κατέχει το σύνολο των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών αρμοδιοτήτων, συμπεριλαμβανομένης και της δημοσιονομικής. Είναι επιφορτισμένη με τις εξωτερικές της σχέσεις και την ασφάλεια της περιοχής, πλην του δικαιώματος να επικαλείται το οπλικό επιχείρημα στις διαπολεοτικές σχέσεις ή να αμφισβητεί την επικράτεια της οικουμενικής κοσμόπολης. Επιπλέον, εκπληρώνει τις λειτουργίες που συνάπτονται με την κεντρική πολιτεία (δημοσιονομική, στρατιωτική κ.ά.). Διαθέτει τέλος αποκλειστικό δικαίωμα ως προς την πολιτειακή της (αυτο-)συγκρότηση.
(β) Αντιπροσωπεύει, όπως είδαμε, την πλέον ολοκληρωμένη ανθρωποκεντρική εκδοχή μητροπολιτικής πολιτείας. Υπερέχει, επομένως, της ελληνιστικής μητροπολιτικής εξουσίας που είναι μονοσήμαντα μοναρχική και κληρονομική, και εξίσου της ρωμαϊκής, η οποία εδράζεται στη λογική της νομοκατεστημένης δεσποτείας. Η Κωνσταντινούπολη είναι μία εξολοκλήρου ανθρωποκεντρική πόλις. Ο μονάρχης είναι αιρετός βασιλεύς, ασκεί ευρείες κυβερνητικές και νομοθετικές αρμοδιότητες, υπόκειται όμως στον έλεγχο άλλων θεσμικών φορέων όπως η Σύγκλητος και ιδίως του δήμου από τον οποίο αντλεί νομιμοποίηση. Πολιτεύεται, όχι για το δικό του, αλλά για το κοινό συμφέρον. Ασκεί "έννομη επιστασία" όχι απολυταρχική εξουσία. Η μητρόπολη ενσαρκώνει την κεντρική πολιτεία, όχι ο Βασιλεύς. Η εκκλησία υπόκειται στην αρχή των διακριτών ρόλων που επιφυλάσσει στην πολιτεία (της Μητρόπολης και του κοινού) την καθολική πολιτική αρμοδιότητα και εστιάζει τη λειτουργία της στο ναό και στα της θρησκείας. Το ερώτημα πώς συνέβη μια απολύτως ανθρωποκεντρική οικουμενική κοσμόπολη, της οποίας η λογική εδράζεται στην αρχή της ελεύθερης πολιτειακής αυτοθέσμισης του παντός, να υιοθετεί και να εμμένει στην ενιαία σκέψη του χριστιανικού δόγματος, είναι ένα εξαιρετικά σύνθετο ζήτημα, που διαφεύγει του αντικειμένου του παρόντος. Δεν μεταβάλει όμως, αυτό καθεαυτό, τη φυσιογνωμία του Βυζαντίου που σκιαγραφήσαμε ανωτέρω.
(γ) Το Βυζάντιο ως οικουμενική κοσμόπολη δεν είναι αυτοκρατορία. Η έννοια της αυτοκρατορίας ανάγεται βασικά σε μια φάση της εξέλιξης που τοποθετείται στο μεταίχμιο μεταξύ δεσποτείας και ανθρωποκεντρισμού. Το Βυζάντιο, αντιθέτως, δηλαδή η οικουμενική κοσμόπολη στοιχειοθετεί μετα-κρατοκεντρικό ανθρωποκεντρικό στάδιο με πολιτικό πρόσημο την κοσμοπολιτεία. Η κοσμοπολιτεία ορίζεται ως το αρθρωτικό γινόμενο του συστήματος των πόλεων/κοινών και της μητρόπολης, το οποίο εκπορεύεται από την οικουμενική ιδιοσυστασία της χρηματιστικής/νομισματικής οικονομίας και κοινωνίας. Η φάση αυτή του ανθρωποκεντρισμού έχει ως πρόσημο την εταιρική οργάνωση της σχέσης κεφαλαίου/εργοδοσίας και εργασίας, συγκροτείται δε με γνώμονα την πολυ-πρισματική και πολυ-πολιτειακή συνάφεια της καθολικής ελευθερίας.
Η ιδιαίτερη αυτή φύση της βυζαντινής οικουμενικής κοσμόπολης παρουσιάζει ένα εξαιρετικό ενδιαφέρον που είναι εμφανές στο ζήτημα της οικονομίας: Η αστική τάξη είναι οικουμενική όχι «κρατοκεντρική». Η διαφορά είναι κεφαλαιώδης: η μια, αναφέρεται σε μια α-συνοριακή και δη μετα-κρατοκεντρικής λογικής αστική τάξη. Η άλλη, αντιλαμβάνεται τη λειτουργία της εντός του θεμελιώδους κράτους ή με αφετηρία την πολεοτική/κρατική της ρίζα. Επιπλέον, στην ανθρωποκεντρική αυτή φάση, η σχέση της αστικής τάξης με την εργασία δομείται σε εταιρικές βάσεις. Το σύστημα αυτό υπερβαίνει, εξεπόψεως ολοκλήρωσης, εκείνο της πρωτο-ανθρωποκεντρικής εποχής, το οποίο ανήκει στην ιδιοκτησία. Η συνάντηση της εργασίας με το κεφάλαιο γίνεται, όχι στη βάση της εξαρτημένης εργασίας, αλλά κατά τρόπο που να διασφαλίζεται η κοινωνική ελευθερία.
Ώστε, στο μέτρο που η πόλη/κοινό διαπιστώνεται αδιαμφισβήτητα ότι διατηρεί τις πολιτείες της κρατοκεντρικής/κλασικής περιόδου, καταρρίπτεται και το επιχείρημα της νεοτερικότητας ότι, η δημοκρατία έγινε εφικτή μόνο χάρη στο καθεστώς της (ώνιας) δουλείας. Και ότι εξέπνευσε με το τέλος της κρατοκεντρικής περιόδου (4ος αιώνας).
Τα ανωτέρω χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού, θα τα εξαγάγει το Βυζάντιο, ως κέντρο της οικουμένης, στη νέα ζωτική του περιφέρεια. Η διαφοροποίηση, ωστόσο, που ήδη διαπιστώσαμε, ως προς την «αντιληπτική» ικανότητα καθεμίας από τις κοινωνικές περιοχές της ευρωπαϊκής περιφέρειας, θα επιδράσει ως καταλύτης στις εξελίξεις. Η ρωσική περιφέρεια θα συγκροτηθεί εντέλει ως κρατική δεσποτεία, στην οποία θα προσκυρωθεί και η ομόλογη εκκλησία. Φυσικά, το σύστημα αυτό ουδεμία σχέση έχει με τη Βυζαντινή κοσμόπολη, όπως ακριβώς και η ρωσική κοινωνία, παρόλο ότι αναφέρεται στην ελληνική εκδοχή του χριστιανισμού.
Στη δυτική Ευρώπη θα μετακενωθούν οι παράμετροι του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος μικρής κλίμακας (η χρηματιστική/νομισματική οικονομία, το σύστημα των κοινών, της εταιρικής εργασίας κ.α.) με περαιτέρω συνέπεια οι ανθρωποκεντρικοί θύλακες που σταδιακά θα δημιουργηθούν εκεί να αναζητήσουν στην ελληνική γραμματεία το γνωσιολογικό τους στίγμα. Είναι προφανές ότι η διαφοροποίηση αυτή της δυτικής Ευρώπης οφείλεται αφενός στην οργανική ενσωμάτωση της Ιταλίας στη βυζαντινή οικουμένη και αφετέρου στη συνάφεια τής πέραν των Άλπεων ενδοχώρας με την ιδιωτική δεσποτεία. Η τελευταία θα στεγάσει τα κύτταρα του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού και θα μεταλλαχθεί, δι’αυτών, προετοιμάζοντας έτσι το έδαφος για τη μετάβαση από τη μικρή στη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα. Στις εξελίξεις αυτές σημαίνουσα θέση θα καταλάβουν οι σταυροφορίες και αργότερα οι «ανακαλύψεις», καθώς θα δημιουργήσουν στην Εσπερία μια δυναμική εξωστρέφειας και, οπωσδήποτε, την ανθρωποκεντρική κινητικότητα προς την κατεύθυνση της εδραίωσης της μεγάλης κοσμοσυστημικής κλίμακας.
4. Και η οθωμανοκρατία; Η περίοδος αυτή μας ενδιαφέρει σε τρία τουλάχιστον επίπεδα: (α) τι απέγινε το ελληνικό κοσμοσύστημα μετά την Άλωση; (β) τι συνέβη με τους βαλκανικούς λαούς, σλαβικούς ή μη; (γ) που τοποθετείται το «τουρκικό» ζήτημα;
Αυτό που συνέβη με την οθωμανική κατάκτηση μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ιστορικός συμβιβασμός. Οι Οθωμανοί, φορείς οι ίδιοι της κρατικής δεσποτείας, δεν κατέλυσαν τα ανθρωποκεντρικά θεμέλια του ελληνικού κοσμοσυστήματος (τις παραμέτρους του, όπως τη χρηματιστική οικονομία, τη θεμελιώδη κοινωνία του κοινού κ.λπ.) και φυσικά δεν μετέβαλαν τις κοινωνίες του σε φεουδαλικές. Επικάθισαν επ’ αυτού και το διαχειρίστηκαν αναλόγως. Εγκατέστησαν όμως τη δεσποτική λογική σε ορισμένες λειτουργίες του κεντρικού κράτους. Προφανώς το δεσποτικό επιχείρημα της ιδιοκτησίας του σουλτάνου επί της επικράτειας ήταν το μόνο ικανό να αιτιολογήσει την αξίωσή του στην είσπραξη της προσδοκόμενης υπεραξίας από τον πληθυσμό. Στο πλαίσιο του «συμβιβασμού» αυτού η Πύλη κράτησε την «ψιλή κυριότητα» άφησε όμως το εμπράγματο δικαίωμα της νομής (και της επικαρπίας) στους υπηκόους.
Πέραν αυτού, ωστόσο, η οθωμανική εξουσία ανέλαβε να διεκπεραιώσει όλες τις λειτουργίες του Βυζαντινού κράτους και εφήρμοσε κατά το ουσιώδες το σχήμα της σχέσης μεταξύ κεντρικού συστήματος και συστήματος των πόλεων/κοινών. Δεν υπεισήλθε καν στη δημοσιονομική αρμοδιότητα, ούτε στα εσωτερικά των κοινών. Τα τελευταία διατήρησαν το κεκτημένο της αυτονομίας στο ζήτημα της πολιτειακής τους αυτοθέσμισης, αυτά δε εκπροσωπούνταν στο κέντρο, όχι το κέντρο σ’ αυτά. Η σχέση εργασίας και κεφαλαίου ή οικονομικού συστήματος παρέμεινε εξολοκλήρου ανθρωποκεντρική και μάλιστα εταιρική. Πράγμα που όχι μόνο αποκλείει κάθε υπόνοια φεουδαλικής ή ευρύτερα δεσποτικής οπισθοδρόμησης της κοινωνίας, αλλά και επιβεβαιώνει την εμμονή της στη λογική της ανθρωποκεντρικής ολοκλήρωσης. Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι εκεί όπου η πολιτεία είναι επίσης δημοκρατική, το πολίτευμά της προσιδιάζει κατά ομοθετικό τρόπο με το προηγούμενο της περιόδου της οικουμένης και, οπωσδήποτε, της κλασικής κρατοκεντρικής εποχής. Αξίζει να σταθεί ειδικότερα κανείς στην επισήμανση αυτή, καθώς η νεοτερική κοινωνική επιστήμη μην έχοντας επίγνωση της καταστατικής διαφοράς που υπάρχει μεταξύ του κοινού/πόλης ως της θεμελιώδους κοινωνίας του ελληνικού κοσμοσυστήματος και της κοινότητας, ως της συστατικής υπο-κοινωνίας του δεσποτικού πεδίου – εν προκειμένω του φέουδου – εκλαμβάνει το πρώτο ως τον αποδεικτικό καταλύτη της φεουδαλικής δομής του ελληνικού κόσμου της οθωμανοκρατίας και, μάλιστα, του Βυζαντίου.
Εν κατακλείδι, η οθωμανική κατάκτηση συνέβαλε, για λόγους που δεν είναι του παρόντος, στην ενίσχυση της αυτονομίας των κοινών, σε συνδυασμό με την περαιτέρω απογείωση του ελληνικού κόσμου, η οποία εμφανίζει μια ιδίαν δυναμική που ανάγεται στην περίοδο της πρώτης Άλωσης του 1204.
Στο πλαίσιο αυτό, συγχρόνως με την οθωμανική κατάκτηση, διευρύνεται και η πολιτισμική, οικονομική και, υπό μία έννοια, πολιτική επιφάνεια του ελληνικού κοσμοσυστήματος πάνω στους ορθόδοξους πληθυσμούς της επικράτειας. Οι Οθωμανοί, ενοποιώντας πολιτικά τον χώρο του ελληνικού κοσμοσυστήματος, λειτούργησαν ως καταλύτες στην ανάκτηση από τον ελληνισμό της πρωτοβουλίας των κινήσεων. Κατά τούτο, το σοκ της κατάκτησης δεν θα κρατήσει πολύ.
Η νέα πολυσήμαντη απογείωση των ελληνικών κοινωνιών θα σηματοδοτήσει μια καινούρια περίοδο για το ελληνικό κοσμοσύστημα. Η ελληνική οικουμενική αστική τάξη αναλαμβάνει ένα ρόλο καταλύτη στην οθωμανική επικράτεια, διευρύνοντας την επιρροή της και πέραν αυτής. Η ιδέα του «γένους», ή, ορθότερα, η ιδεολογία του έθνους-κοσμοσυστήματος, που στεγάζει όλες τις εθνοτικές ή άλλης αναφοράς πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, επανέρχεται στο προσκήνιο. Το τρίπολο γένος, πολιτισμική ετερότητα, πολεοτικοί και πολιτειακοί πατριωτισμοί, καλείται να το διαχειριστεί το σύστημα των πόλεων/κοινών, υπό την αιγίδα του «Φαναρίου», το οποίο καλυπτόμενο από την πολιτεία της «Μεγάλης Εκκλησίας», επενδύεται πράγματι τη μητρόπολη πολιτεία της ελληνικής οικουμένης.
Στο νέο αυτό περιβάλλον, ο χώρος των πόλεων/κοινών ανασυγκροτείται και αναλαμβάνει την υποστήριξη της παιδείας, επιζητώντας να καλύψει το κενό που άφησε η απώλεια του πολιτειακού κέντρου. Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί επίσης ότι εκεί όπου εκτείνεται ο ελληνικός κόσμος, εν προκειμένω στη ζώνη της ελληνικής εκδοχής του χριστιανισμού, ευδοκιμούν οι θεμελιώδεις θεσμοί του, τα κοινά και οι συντεχνίες. Αν και πολιτισμικά οι ορθόδοξοι πληθυσμοί μετέχουν της ελληνικής παιδείας και σε σημαντικό βαθμό οικοδομούνται με θεμέλιο τη μικρή κλίμακα της πόλης/κοινού, η συμμετοχή τους αυτή διαφοροποιείται από περιοχή σε περιοχή. Ορισμένοι από αυτούς, ακόμη και στο πλαίσιο της οθωμανικής επικράτειας, ταξινομούνται κατά το μάλλον ή ήττον σε ένα δεσποτικό ή ημι-δεσποτικό δεσποτικό σύστημα. Όμως, όπου οι πληθυσμοί εξισλαμίζονται το ελληνικό σύστημα υποχωρεί και συνήθως εξαλείφεται.
Από την άλλη, οι ορθόδοξοι πληθυσμοί που ενσωματώνονται, στο ελληνικό κοσμοσύστημα (ιδίως ως έμποροι, ως κλήρος, ως συντεχνίτες ή λόγιοι) μετέχουν καταρχήν και στον «Έλληνα λόγο», δηλαδή της ελληνικής παιδείας. Η διαλεκτική αυτή σχέση μεταξύ της μετοχής στο ελληνικό κοσμοσύστημα και στον «Έλληνα λόγο», που αποτέλεσε καθολική ορίζουσα έως το τέλος των ελληνιστικών χρόνων και, οπωσδήποτε, κυρίαρχη πραγματικότητα στην ανατολική παρειά της ρωμαϊκής επικράτειας, συνδυάστηκε στο Βυζάντιο με την ορθοδοξία. Ελληνική εκδοχή του χριστιανισμού και «Έλληνας λόγος», συνέχισαν την οργανική τους συνάφεια τουλάχιστον έως τη στιγμή που η βυζαντινή κοσμόπολη διέθετε την οικουμενική επιφάνεια να διαχειρισθεί τη σχέση. Όμως, στην περιοχή της φαναριωτικής «επικράτειας», εκεί όπου εκτεινόταν η πολιτειακή αρμοδιότητα του οικουμενικού πατριαρχείου, διαπιστώνεται μια συνέπεια στη σχέση αυτή, η οποία πρέπει ασφαλώς να αποδοθεί στην πολυσήμαντη ηγετική παρουσία του ιδίου του ελληνισμού και των παραμέτρων του συστήματός του.
4. Η σημαίνουσα αυτή κυριαρχία του ελληνικού κοσμοσυστήματος και του "Έλληνα λόγου" στη ζωτική του μήτρα είναι περισσότερο εμφανής σε δύο επίπεδα. Το πρώτο, προκύπτει μέσα από το έργο των Ελλήνων διανοητών, οι οποίοι μολονότι βρίσκονται σε άμεσο διάλογο με τη δυτική Αναγέννηση και το Διαφωτισμό θα κινηθούν και μάλιστα θα επεξεργαστούν ένα σώμα ιδεών για την κοινωνία, την οικονομία και την πολιτική με άμεση αναγωγή στην οικουμενική κοσμόπολη (ενοίς και στο σύστημα των πόλεων/κοινών, της εταιρικής οικονομίας και κοινωνίας) και στο έθνος κοσμοσύστημα.
Η περίπτωση του Ρήγα είναι χαρακτηριστική. Στο σχήμα των ιδεών του δεν υπεισέρχεται ούτε η προβληματική της μετάβασης από τη δεσποτεία (την απόλυτη μοναρχία) στον ανθρωποκεντρισμό, όπως στο σύνολο των διανοητών της Εσπερίας (από τον Μοντεσκέ έως τους νεότερους), ούτε η προοπτική του κράτους έθνους. Ο Ρήγας διαλογίζεται με αποκλειστικό γνώμονα την οικουμενική κοσμόπολη, δηλαδή στη βάση μιας μετα-κρατοκεντρικής ανθρωποκεντρικής θεμελίωσης του κοινωνικού και πολιτειακού ιστού, και άρα σε πλήρη αρμονία με τη φάση που βίωνε ο ελληνικός κόσμος της εποχής. Πυρήνας της σκέψης του δεν είναι η κατάλυσή της, αλλά η απόσειση των στρεβλώσεων που προκαλούσε η πολιτική περιουσία του Οθωμανού δεσπότη και φυσικά του καθεστώτος της κατάκτησης.
Ήδη όμως διαπιστώνεται ότι, παρά τον σημαίνοντα ρόλο που αναλαμβάνει η εκκλησία κατά την περίοδο της κατάκτησης, ο εσωτερικός ιδεολογικός δυισμός που εγκαθίσταται στον ελληνικό κόσμο με την άνοδο του χριστιανισμού, δεν εκλείπει. Το δίλημμα εάν συνεκτική ιδεολογία της ελληνικής οικουμένης θα αποτελέσει η ελληνική εκδοχή του χριστιανισμού, η ορθοδοξία, που στεγάζει το οικουμενικό πατριαρχείο, ή ο καθαρός «Έλληνας λόγος», θα συνεχίσει να αποτελεί μια καταστατική σταθερά. Η αντίθεση μεταξύ του μητροπολίτη Ιγνάτιου και του ομολόγου του Νεόφυτου Δούκα στο μεταίχμιο του 18ου προς τον 19ου αιώνα είναι από κάθε άποψη καίρια όσο και αποκαλυπτική. Συγχρόνως, επισημαίνεται μια άλλης τάξεως διαφοροποίηση που συνάπτεται με τη θέση του οθωμανού κατακτητή στην υπόθεση της ανασυγκρότησης της οικουμενικής κοσμόπολης. Ο Ρήγας στο πρόταγμά του για την «Ελληνική δημοκρατία» εγγράφει σ’ αυτήν και τους φωτισμένους Τούρκους. Ο Νεόφυτος Δούκας, ωστόσο, επιφυλάσσει την ελληνική οικουμένη μόνο για τους θιασώτες της ελληνικής εκδοχής του χριστιανισμού. Καθώς εισερχόμεθα μάλιστα στον 19ο αιώνα, η συζήτηση για τη συνεκτίμηση ή μη των Τούρκων στη νέα κοσμόπολη διατηρεί την επικαιρότητά της, σε συνδυασμό, τη φορά αυτή, με την προβληματική για τον τρόπο της μετάβασης: με όχημα τη διαδοχή ή την επανάσταση;
Το δεύτερο επίπεδο της συνάντησης του «Έλληνα λόγου» με το ελληνικό κοσμοσύστημα διέρχεται από το σύστημα της ομόλογης παιδείας. Διαπιστώνουμε ότι το οθωμανικό σύστημα ως δεσποτικό δεν ασχολήθηκε με το ζήτημα της παιδείας και, μάλιστα, της εκπαίδευσης. Το ανέλαβε εξολοκλήρου το ελληνικό κοινό, το οποίο ακολούθησε κατά πόδας την ακτίνωση των ελληνικών κοινωνιών και της αστικής τους τάξης. Παντού όπου αναπτύσσεται το ελληνικό κοινό, συνδυάζεται με τη δημιουργία σχολείου και εκκλησίας. Οι θεσμοί αυτοί, που μαρτυρούν μια βαθιά συνείδηση κοινωνίας (συλλογικής ταυτότητας) και τη συμφυή θέση της γνώσης στις οικονομικο-κοινωνικές και πολιτικές λειτουργίες της ελληνικής οικουμένης, θα αποτελέσουν τους καταλύτες για τη μετάγγιση του «Έλληνα λόγου» στους γηγενείς και τουλάχιστον ομόδοξους πληθυσμούς. Η θρησκεία για τους πληθυσμούς αυτούς αποτελεί τη μαγιά της συνάντησής τους με τους ανθρωποκεντρικούς θεσμούς και τα ομόλογα ελληνικά κοινωνικά στρώματα.
Όντως η θρησκεία και συγκεκριμένα η ελληνική εκδοχή του χριστιανισμού, θα αποτελέσει τον καλό αγωγό για την προσκύρωση των εθνοτικών πληθυσμών στο ελληνικό σύστημα και την ίδια στιγμή το σημείο της διαφοροποίησής τους έναντι της λατινικής εκκλησίας και των χωρών που τη διακινούσαν ή με τον οθωμανό κατακτητή. Η ενσωμάτωση αυτή στο ελληνικό έθνος-κοσμοσύστημα διευκολύνεται προφανώς από την πολυ-σημαντότητα ή μάλλον την ταυτοτική πολυσημία που εισάγει ως θεμελιώδη αρχή η ελληνική οικουμένη. Το έθνος-κοσμοσύστημα αποτελεί την καθολική στέγη όπου εκκολάπτονται οι πολιτισμικές ιδιαιτερότητες και, φυσικά, η πολιτειακή τους αυτονομία, με γνώμονα την καταστατική κοινωνία του κοινού.
Για να γίνει κατανοητή η επισήμανση αυτή καλούμαστε να αναλογισθούμε ότι η φάση της ανθρωποκεντρικής οικουμένης τοποθετείται στον αντίποδα της πρωτο-ανθρωποκεντρικής κοινωνικής μονο-σημίας και του κράτους/συστήματος, που αντιμετωπίζουν την ετερότητα ως μείζονα απειλή για τον κοινωνικό και τον εθνοτικό «ηγεμόνα». Η ενσωμάτωση των ομοδόξων πληθυσμών της οθωμανικής επικράτειας στην ελληνική οικουμένη υπαγορεύθηκε επομένως από τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της και, συγκεκριμένα, από το γεγονός ότι στο θεμέλιο του έθνους-κοσμοσυστήματος συναντώνται η ελληνική ή κοινή εκδοχή του χριστιανισμού και η πολυσημία των παραμέτρων του ελληνικού κοσμοσυστήματος, δυνάμει της οποίας ο «άλλος» προσεγγιζόταν με όρους αυτονομίας και όχι μειονότητας.
Ώστε, η αστική τάξη δεν είναι μεταπρατική, δεν λειτουργεί για τη μετακένωση του κεκτημένου του Διαφωτισμού στη βαλκανική ενδοχώρα, όπως διατείνεται η νεοτερική ιστοριογραφία. Η αστική τάξη, επειδή είναι οικουμενική ως προς την ιδιοσυστασία της, αποτελεί έναν από τους σημαίνοντες φορείς του συμφυούς προς αυτήν συστήματος των κοινών. Τα τελευταία, στο μέτρο που ανάγονται στο ελληνικό κεκτημένο και ενσωματώνουν μεταξύ άλλων την εταιρική εργασία και, οπωσδήποτε, την ομόλογη παιδεία, καλούνται να υπηρετήσουν τις ανάγκες της θεμελιώδους κοινωνίας. Το σύστημα αυτό, καθώς αναπτύσσεται στο μέσον των εθνοτικά διαφορετικών πληθυσμών, τους ενεργοποιεί ανθρωποκεντρικά και τους προσφέρει ένα ασφαλές πολιτισμικό στέγαστρο, ικανό να ανατροφοδοτήσει επίσης τις ίδιες ταυτοτικές (εθνοτικές κ.ά.) αναζητήσεις. Κατά τούτο, το μεν έθνος-κοσμοσύστημα αποτέλεσε για τους πληθυσμούς αυτούς την κοινή πατρίδα, οι δε θεσμοί της ελληνικής οικουμένης λειτούργησαν ως το θεμέλιο υπόβαθρο της ανθρωποκεντρικής τους υποστασιοποίησης. Δι’ αυτών εισέρχονται στο ενγένει οικονομικό, κοινωνικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι που διακινούν ήδη οι ελληνικές κοινωνίες. Υπό την έννοια αυτή, η εγγραφή τους στον «Έλληνα λόγο» υπήρξε η προϋπόθεση και ο ενδείκτης της ανθρωποκεντρικής τους ενσωμάτωσης.
Σε ταυτοτικό επίπεδο, η μη κατοχή της πολιτικής ηγεμονίας από τους Έλληνες, κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, συνέβαλε τα μέγιστα ώστε οι άλλοι εθνοτικοί πληθυσμοί να αναστοχασθούν με όρους οικειότητας την ιδέα της «κοινής πατρίδας», το έθνος-κοσμοσύστημα. Άλλωστε αυτό, το ελληνικό ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα, με δεδομένο το πολυπρισματικό του περιεχόμενο, εγγυάτο την πολιτειακή εμπραγμάτωση της ετερότητας και κατ’ επέκταση το ταυτοτικό πρόσημο των συστεγασμένων πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων. Στο πλαίσιο αυτό, η έννοια της πατρίδας διακτινωνόταν σε περισσότερα του ενός επίπεδα: ήταν το ελληνικό έθνος-κοσμοσύστημα, η εθνοτική, γεωγραφική ή άλλη αναγωγή ενός εκάστου, οπωσδήποτε το κοινό και σε ό,τι αφορά στις κοινωνικές αναφορές, η συντεχνία. Έως το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, τις προδιαγραφές της «πατρίδας» δεν εκάλυπταν ούτε η έννοια του κράτους-έθνους ούτε φυσικά η οθωμανική δεσποτεία. Ιστορικά η οικουμένη πατρίδα συμβολίζεται με τη βασιλεύουσα πόλη, την Κωνσταντινούπολη. Ο θρήνος της Άλωσης θα αποτελέσει κοινό κτήμα των ορθοδόξων της οθωμανικής επικράτειας, αλλά και των πέραν αυτής οδοιπόρων της ελληνικής εκδοχής του χριστιανισμού.
Διαπιστώσαμε ήδη ότι το σύστημα παιδείας των κοινών κλήθηκε να αναπληρώσει σε σημαντικό βαθμό τις ανάγκες της ελληνικής ή ανθρωποκεντρικής οικουμένης με τη δημιουργία στελεχών για την οικονομία, την πολιτική, την εκκλησία αλλά και για την ικανοποίηση της συνοδού πνευματικής περιέργειας. Εξού και, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στην Εσπερία έως και τον 19ο ουσιαστικά αιώνα, το εκπαιδευτικό σύστημα της ελληνικής οικουμένης ήταν κοσμικό, ανήκε στην αρμοδιότητα των κοινών, ήταν «μαζικό» και ανθρωποκεντρικά δομημένο.
Η επισήμανση αυτή απαντά στο ερώτημα του γιατί της εκπαιδευτικής απογείωσης: Δεν νοείται σύστημα παιδείας στη δεσποτεία, πολλώ μάλλον μαζικό, κοσμικό και ανθρωποκεντρικά προσανατολισμένο. Η πνευματική απογείωση αποκτά μαζικά χαρακτηριστικά μόνον εκεί όπου η κοινωνία είναι ή μεταλλάσσεται σε ανθρωποκεντρική. Θα επικαλεστώ ένα μόνο παράδειγμα: Η ζωγραφική στον ελληνικό πολιτισμικό χώρο υπήρξε ένα μαζικό γεγονός που κλήθηκε έως το τέλος να εκπληρώσει πολυσήμαντες ανάγκες του πληθυσμού. Αντιθέτως στη δυτική Ευρώπη αποτέλεσε μιαν «επώνυμη» διαδικασία που ανταποκρίθηκε στα άρχοντα νεο-ανθρωποκεντρικά στρώματα της εποχής.
Σε κάθε περίπτωση, ο ανθρωποκεντρισμός χρειάζεται ένα κεκτημένο σκέψης και λειτουργίας του συστήματός του, που διέρχεται ευρέως από τη γνώση. Αναγκαιεί το νόμισμα και τους «λογαριασμούς» που συνάπτονται με αυτό, νομοθεσία, λειτουργίες νομιμοποίησης (συμβολαιογραφικά, συμφωνητικά έγγραφα κ.λπ.) και επίλυσης των διαφορών (εφαρμοστές του δικαίου κ.ά.), θεσμούς πρόνοιας κ.ά. Από τις λειτουργίες αυτές προκύπτει και η πνευματική περιέργεια. Η παιδεία στη Δύση εντοπίζεται στους κόλπους της εκκλησίας και αργότερα στους ανθρωποκεντρικούς θύλακες. Προφανώς διότι, σε αντίθεση με τον ελληνικό ζωτικό χώρο, ο εκεί κόσμος ήταν κατά βάση δεσποτικός.
Αυτή ακριβώς η σχέση εγκαθιδρύεται ανάμεσα στις ελληνικές κοινωνίες των κοινών, που φέρουν μαζί τους την ελληνική παιδεία, και στους λοιπούς εθνοτικούς πληθυσμούς, που συναντώνται μαζί τους στη βάση της θρησκευτικής ομοδοξίας. Τα ελληνικά κοινά, ιδίως αυτά που συμβιώνουν με τους εθνοτικούς πληθυσμούς, λειτουργούν ως καλός αγωγός για την ανθρωποκεντρική τους ώσμωση και, εντέλει, ενσωμάτωση. Η δημιουργία ανθρωποκεντρικών θυλάκων μεταξύ των ομοδόξων υπηκόων της οθωμανικής επικράτειας, μετέβαλε συγχρόνως τους φορείς τους σε θιασώτες της ελληνικής παιδείας. Όταν οι Έλληνες λόγιοι προτάσσουν ως μείζονα προορισμό του εκπαιδευτικού συστήματος τον «φωτισμό του Γένους» έχουν πλήρη συνείδηση του πολυσήμαντου ρόλου που καλείται να παίξει ο «Έλληνας λόγος»: την εξυπηρέτηση των παραμέτρων του ανθρωποκεντρισμού, την πνευματική ανόρθωση των ελληνικών κοινωνιών αλλά και την ενσωμάτωση σ’ αυτόν των ομοδόξων πληθυσμών της οθωμανικής επικράτειας.
Ο Νεόφυτος Δούκας συζητά την αναγκαιότητα αυτή υπό το πρίσμα της υπεροχής του ελληνισμού επί της χριστιανοσύνης. Δεν συντάσσεται προφανώς εναντίον της θρησκείας. Εξηγεί όμως ότι η ταυτότητα του έθνους-κοσμοσυστήματος οφείλει να προσεγγισθεί υπό το πρίσμα της ελληνικής παιδείας (και ιδεολογίας), στην οποία, παράγραφο αποτελεί η ελληνική εκδοχή του χριστιανισμού, η ορθοδοξία. Σκοπός της ελληνικής παιδείας, της παιδείας της ελληνικής οικουμένης, πρέπει να είναι, κατά τον Δούκα, «η αύξησις του γένους ημών [εννοείται, του έθνους κοσμοσυστήματος] και η επίδοσις εις την φιλοσοφίαν. Τουτέστιν η έκτασις της γλώσσης ημών καθόλην την εξουσίαν του οικουμενικού θρόνου και η σύστασις των σχολείων καθ’ όλας τας πόλεις». Πόλεις εν προκειμένω είναι τα κοινά και όχι τα αστυκά κέντρα. Αναγνωρίζει ότι ήδη στις μέρες του, στο μεταίχμιο του 18ου και του 19ου αιώνα, παντού στα κοινά απαντώνται διδασκαλεία. Θέλει όμως να δει να διαμορφώνονται εξίσου σχολεία της ανώτερης και της ανώτατης εκπαίδευσης. Από την άλλη, αιτιολογεί τη χρησιμότητα από την αύξηση του γένους, η οποία θα συντελεσθεί στην πραγματικότητα με την οργανική επανενσωμάτωση στο ελληνικό κοσμοσύστημα και στον «Έλληνα λόγο» των λαών που υπάγονται στη ζωτική του περιοχή: των βλάχων, των αλβανών κ.ά. Εκφράζει μάλιστα ως προς αυτό την ικανοποίησή του όταν διαπιστώνει ότι η ενσωμάτωση αυτή έχει ήδη συντελεστεί σε πολύ μεγάλο βαθμό σε ό,τι αφορά στο έδαφος της Βουλγαρίας και της Μολδοβλαχίας. Ως προς την τελευταία συμφωνεί άλλωστε και ο Κ. Παπαρρηγόπουλος.
5. Εν κατακλείδι, ο νεότερος ευρωπαϊκός δυισμός -μεταξύ Ανατολής και Δύσεως- και η ιστορική ταυτότητα των λαών της Βαλκανικής, συνδέεται άρρηκτα με τον χρόνο και τον τρόπο της συνάντησής τους με το ελληνικό (ή ανθρωποκεντρικό) κοσμοσύστημα μικρής κλίμακας. Συναρτήθηκε δηλαδή με το βαθμό και τον τρόπο της ανθρωποκεντρικής τους ώσμωσης.
Η σλαβική Ρωσία και η δυτική Ευρώπη προσήλθαν στη νεότερη ανθρωποκεντρική εποχή, έχοντας ενσωματώσει διαφορετικά «στοιχεία» του ελληνικού κοσμοσυστήματος. Διαφορετικά, λόγω της μη συνάντησης των καταβολών τους, αφού η δυτική Ευρώπη καταγράφεται ως ιδιωτική δεσποτεία με απώτερες αναφορές στο ελληνο-ρωμαϊκό και χριστιανικό κεκτημένο, ενώ η σλαβική Ρωσία αντιπροσωπεύει -τη στιγμή της βυζαντινής παρέμβασης- μια απλώς προ-φεουδαλική δεσποτεία.
Η βαλκανική ενδοχώρα, από την πλευρά της, ενόσω η Ρωσία τελούσε υπό ένα καθεστώς κρατικής δεσποτείας και η δυτική Ευρώπη επιχειρούσε την απόσειση της φεουδαρχίας, βίωνε εν μέρει ατελώς, αλλ’ ωστόσο άμεσα, τις παραμέτρους του ελληνικού κοσμοσυστήματος, τελώντας ουσιαστικά υπό την αιγίδα του ελληνισμού. Το γεγονός αυτό εξηγεί άλλωστε και την ευδοκίμηση του «Έλληνα λόγου» στους λαούς αυτούς.
Τέλος, η οθωμανική δεσποτεία απέβαλε όντως ένα σοβαρό μέρος της «ασιατικής» της κληρονομιάς από τη στιγμή που επικάθισε επί του ελληνικού κοσμοσυστήματος και αποδέχθηκε τις προδιαγραφές του. Ο εξισλαμισμός των χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας μετέβαλε ασφαλώς το ουσιώδες της ελληνικής πολιτισμικής παιδείας σε κεκτημένο του οθωμανικού ισλάμ, όπως ακριβώς και το γεγονός της συνύπαρξής του με τον ελληνισμό και την άρχουσα τάξη του. Κατά τούτο, μπορεί να αποδεχθεί κανείς αβίαστα ότι το οθωμανικό ισλάμ μετέχει του ελληνικού πολιτισμικού ιδιώματος. Εντούτοις, το δεσποτικό του απόβαρο και η λεηλατική δομή της οθωμανικής εξουσίας δεν επέτρεψαν στην τουρκική κοινωνία να αφομοιώσει τα ανθρωποκεντρικά γνωρίσματα του ελληνισμού, ιδίως δε το σύστημα των κοινών, της εταιρικής οικονομίας και κοινωνίας και, φυσικά, το πολιτειακό γινόμενο συστημάτων με λαϊκή αναφορά, ή ακόμη και της δημοκρατίας. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει την προσημειωθείσα παρατήρηση ότι στις κοινωνικές περιοχές όπου επικρατούσε το οθωμανικό ισλάμ, υποχωρούσε το σύστημα των κοινών και τα συνοδά ανθρωποκεντρικά του θεμέλια.
Τα ανωτέρω επιβάλουν, κατά τη γνώμη μου, να συγκρατήσουμε ότι στη διάρκεια, από την Αναγέννηση έως και το 19ο αιώνα, εξακολουθεί να συνυπάρχει στον ευρωπαϊκό και στον μικρασιατικό χώρο το ελληνικό κοσμοσύστημα με τις δύο ζωτικές του περιοχές -την δυτική και την ανατολική Ευρώπη-, οι οποίες μεταλλάσσονται αργά αλλά σταθερά, από διαφορετικές δεσποτικές αφετηρίες, προσερχόμενες στον ανθρωποκεντρισμό. Και στις δύο αυτές περιοχές, όχημα της μετάβασης αποτελεί το κεκτημένο του ελληνικού ή ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος μικρής κλίμακας, δηλαδή το θεσμικό, κοινωνικο-πολιτικό και πολιτισμικό του περιβάλλον. Η νοτιοανατολική Ευρώπη κατέχει, ως προς το σχήμα αυτό της εξέλιξης, μια ιδιάζουσα θέση, καθώς εγγράφεται ως εσωτερική περιφέρεια του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού και σε διαλεκτική συνάφεια με τον "Έλληνα λόγο".
Στο χρόνο που προηγήθηκε, επιχειρήθηκε η διαγραμματική σκιαγράφηση του σχήματος μιας ερμηνείας του νεότερου ευρωπαϊκού κόσμου, σε ό,τι αφορά στο ζήτημα της ανθρωποκεντρικής του μετάβασης, ικανό κατά τη γνώμη μου να διευκρινίσει τη θέση της νοτιο-ανατολικής Ευρώπης σ’αυτό και, ως εκ τούτου, την προνομιακή σχέση της με τον ελληνικό κόσμο. Σχέση, η οποία σε καμιά περίπτωση δεν την τοποθετεί στην κατηγορία της "περιφέρειας", αλλά θα έλεγα της πρωτοπορίας, η οποία ωστόσο παρουσιάζει το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ότι ηττήθηκε ιστορικά.
Κατά τούτο, νομίζω ότι η κυκλοφορία του βιβλίου μου για τις πολιτειακές αντιλήψεις του Ρήγα στα ρουμανικά επιβεβαιώνει το γεγονός ότι ο μεγάλος αυτός στοχαστής και επαναστάτης ανήκει στην κοινή κληρονομιά των λαών που φιλοδόξησε να στεγάσει στο πολιτικό του όραμα. Όντως, αν και θα μπορούσε να ενδιαφέρει τη χώρα της σημερινής Ρουμανίας επειδή έζησε και έδρασε για ένα μεγάλο μέρος της ζωής του στο έδαφός της, θεωρώ ότι η σημασία του Ρήγα έγκειται στο πρόταγμά του: δίδασκε ότι οι λαοί της βαλκανικής, δεν βίωναν απλώς μια κοινή εθνική κατοχή. Μοιράζονταν κοινές θεμέλιες αξίες και τρόπους ζωής που ανάγονταν απευθείας στην ελληνική κληρονομιά. Η "Ελληνική Δημοκρατία" του Ρήγα ήταν ο πολιτειακός τόπος του οποίου ισότιμοι δικαιούχοι ήσαν όλοι οι Βαλκάνιοι, ανεξαρτήτως εθνοτικής ή άλλης διαφοροποίησης. Ο ίδιος δηλώνει ότι όλοι οι λαοί της βαλκανικής είναι Έλληνες το γένος, απόγονοι των (αρχαίων και των βυζαντινών) Ελλήνων. Συνεπής προς την προσέγγιση αυτή, που πρέπει να επισημάνω ότι ήταν κοινή στον κόσμο της εποχής, ο Ρήγας απορρίπτει την ιδέα ενός εθνοκεντρικού κράτους. Επιλέγει και, στο πλαίσιο αυτό, ανασυγκροτεί το κεκτημένο της ελληνικής οικουμένης, την κοσμόπολη, το οποίο διασφαλίζει την πολιτισμική, πολιτική και κοινωνικο-οικονομική αυτονομία/ελευθερία σε όλους. Με άλλα λόγια, το κράτος του Ρήγα είναι πολυ-πολιτειακό και άμεσα δημοκρατικό.
Το έργο αυτό ενδιαφέρει, προφανώς, την ιστορική επιστήμη, στο μέτρο που εστιάζει την προσοχή του στην απαράμιλλη πνευματική κληρονομιά, που εκτιμώ ότι συνεχίζουν να βιώνουν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, οι βαλκανικοί λαοί. Πολλώ μάλλον αφού, η κληρονομιά αυτή επιχειρείται να προσεγγισθεί υπό ένα πρίσμα της συγκριτικής αναλογίας με το αντίστοιχο παράδειγμα της δυτικής Ευρώπης. Αφορά όμως στο σύνολο της κοινωνικής επιστήμης αφού το πρόταγμα του Ρήγα εγείρει ζητήματα εξόχως πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά, πολιτισμικά, τα οποία διασταυρώνονται όχι μόνο με την κίνηση των ιδεών της εποχής του, αλλά και με τα μείζονα ερωτήματα που απασχολούν την εποχή μας. Ώστε, η επικαιρότητα του Ρήγα έγκειται ακριβώς στο διάλογο που τροφοδοτεί η διαφορά φύσεως του προτάγματός του, σε σχέση με το στοχαστικό διάβημα και, κατ'επέκταση, με τη σημειολογία των εννοιών που επικαλείται η δυτικο-ευρωπαϊκή νεοτερικότητα στις μέρες μας. Η ελευθερία, η ισότητα, η δικαιοσύνη, η δημοκρατία, η εργασία, το πολιτικό σύστημα, το κράτος και πολλές άλλες, είναι έννοιες που, στην "Ελληνική Δημοκρατία" του Ρήγα, εμπνέονται από την καθολικότητα του ελληνικού παραδείγματος, το οποίο ο ίδιος εκτιμά ότι συγκροτεί βιωματική συνιστώσα των "Ελλήνων" της βαλκανικής. Κατά τούτο, υπερέχουν εξ αποστάσεως από τις αντίστοιχες προσεγγίσεις και των πλέον ριζοσπαστικών ρευμάτων της Γαλλικής Επανάστασης και του Διαφωτισμού. Ή, από μια άλλη άποψη, από τις ομόλογες σταθερές που αποτελούν το κυρίαρχο σώμα του αξιακού συστήματος στις μέρες μας. Όντως, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης του βιβλίου, το πολιτειακό πρόταγμα του Ρήγα προσφέρεται για διάλογο ουσιαστικά με τα μεγάλα ζητήματα που ανάγονται στο μέλλον της εποχής μας, όχι στο παρόν της, το οποίο παραμένει ακόμη εξόχως εγκιβωτισμένο στον περιορισμένο στοχαστικό ορίζοντα της εποχής του Διαφωτισμού. Εξού και διατείνομαι καταληκτικά ότι ο διάλογος που πυροδοτεί το έργο του Ρήγα υποδεικνύει την κατεύθυνση του μέλλοντος της σύγχρονης ανθρωπότητας, με πρόσημο την πρόοδο.
Περισσότερα... »

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

Το λόμπι του Ισραήλ στην Γερμανία


Δεξιοί, αριστεροί, αναρχικοί και οι πάσης πολιτικής και ιδεολογικής αποχρώσεως αρθρογράφοι στην Ελλάδα είναι πεπεισμένοι, ότι τα δεινά της πατρίδας μας οφείλονται στην Γερμανία. Παραβλέποντας, ότι η Γερμανία είναι ένα προτεκτοράτο του Σιωνισμού, που έχει κάθε συμφέρον να την προβάλλει σαν μπαμπούλα, για να κρύβεται απο πίσω της

Merkel-Peres
Φωτογραφία:NDR
Μεγεθύνατε

Το λόμπι του Ισραήλ στην Γερμανία

Die Israel-Lobby in Deutschland


URL πρωτοτύπου: http://autarkes-rattelsdorf.blogspot.com/2011/07/die-israel-lobby-in-deutschland.html
Μετάφραση απο το γερμανικό πρωτότυπο: Εμμανουήλ Σαρίδης

Στην ProSieben/Sat1-Gruppe ανήκουν το γερμανικό τηλεοπτικό κανάλι ProSieben, το SAT 1, το Kabel Eins, το N24, το 9Live και το ειδικά για τις γυναίκες σχεδιασμένο κανάλι Sixx. Η ProSieben/Sat1-Gruppe ανήκει στον Εβραίο Haim Saban. Το ίδρυμα Axel-Springer-Stiftung που ανήκει στην Axel Springer AG (BILD Zeitung, DIE WELT και εκατοντάδες αλλες εφημερίδες και περιοδικά σε ολόκληρη την Ευρώπη), διευθύνετο απο το 1981 μέχρι το 2010 από τον Εβραίο Ernst Cramer. Μετα τον θάνατο του Cramer ανέλαβε την προεδρία η Friede Springer, μια σιωνίστρια που το 2000 της απονομήθηκε το βραβείο Leo Baeck, το μεγαλύτερο βραβείο του Κεντρικού Συμβουλίου των Εβραίων στη Γερμανία. Διευθύνων σύμβουλος της Axel Springer AG είναι ο σιωνιστικής Matthias Döpfner, ο οποίος έχει και μία ανώτατη θέση στο Aspen Institute του Βερολίνου (όπου μεταξύ 1987 και 1989 κατείχε την θέση της υποδιευθύντριας και η Μαργαρίτα Μαθιοπούλου, κόρη του Βασίλη Μαθιόπουλου του συγκροτήματος Λαμπράκη, Ε.Σ.). Το Aspen Institute είναι ένα αμερικανικό κέντρο προπαγάνδας, που ιδρύθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο για την "αποναζιστικοποίηση" του των Γερμανών. Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος του είναι ο Εβραίος Walter Isaacson
   

Ο Haim Saban (ProSieben/Sat1 - Gruppe)


Ο Matthias Döpfner παίρνει το μετάλλιο Leo-Baeck-Medaille απο τον Henry Kissinger
 
 
Η Friede Springer με τον Henry Kissinger

Ο Walter Isaacson (Aspen Institute Berlin)



Ο κεντρικός ρόλος του Κεντρικού Συμβουλίου των Εβραίων στη Γερμανία είναι καταφανής ιδιαίτερα στα Μαζικά Μέσα Ενημέρωσης. Στα συμβούλια των ραδιοτηλεοπτικών σταθμών τις καίριες θέσεις καταλαμβάνουν εκπρόσωποι του Κεντρικού Συμβουλίου Εβραίων. Έτσι ο Δρ Heinrich Olmer είναι μέλος στο συμβούλιο της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας και ο Moritz Neumann στο ραδιοτηλεοπτικό συμβούλιο της Έσσης. Μέλος του ραδιοτηλεοπτικού συμβουλίου του Rundfunk Berlin-Brandenburg (RBB) είναι o Δρ Mario Offenberg (εκπρόσωπος της εβραϊκής κοινότητας Βερολίνου και Βραδεμβούργου). Στο Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο του Westdeutscher Rundfunk (WDR) η Hanna Sperling είναι εκπρόσωπος των εθνικών ενώσεων των εβραϊκών κοινοτήτων στην Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία. Στην Deutsche Welle η Vera Szackamer αντιπροσωπεύει  το Κεντρικό Συμβούλιο των Εβραίων και η Lala Süsskind στο Deutschlandradio. Ο υψηλόβαθμος αξιωματούχος της Zionistische Internationale και επικεφαλής του Κεντρικού Συμβουλίου από το 1969 μέχρι το θάνατό του το 1988, Werner Nachmann, ήταν για χρόνια αναπληρωτής πρόεδρος του 2. τηλεοπτικού προγράμματος ZDF. Ο επικεφαλής του Κεντρικού Συμβουλίου των Εβραίων, Ignatz Bubis, ανήκε στο ραδιοτηλεοπτικό συμβούλιο της Έσσης από το 1986 μέχρι το θάνατό του το 1999. Ο διάδοχός του στο Κεντρικοό Συμβούλιο των Εβραίων, Paul Spiegel ήταν ήδη από το 1991 μέλος του ραδιοτηλεοπτικού συμβουλίου του WDR και μέλος της Επιτροπής Προγράμματος της ραδιοτηλεοπτικής επιτροπης της Κολωνίας. Ο εβραίος και μέλος του Χριστιανοδημοκρατού Κόμματος Γερμανίας Μichel Friedman ήταν απο το 1991 μέχρι το 2003 στην διευθυνση του τηλεοπτικού σταθμού ZDF, οποτε τον διαδέχθηκε ο εβραίος Salomon Korn. Όμως και σε άλλα επίπεδα υπάρχουν ισχυρές δικτυώσεις προ-ισραηλινών δυνάμεων με τους τηλεοπτικούς φορείς. Ο Micha Guttmann από το Κεντρικό Συμβούλιο των Εβραίων ήταν ανώτερος συντάκτης στο WDR της Κολωνίας. Ο Gerrard Breitbart απο το Κεντρικό Συμβούλιο, προώθησε το 1991, ως γενικός διευθυντής του ZDF, την λομπίστα του Ισραήλ, Lea Rosh,  σαν διευθύντρια της Ραδιοφωνίας του Αννοβέρου. Ο Klaus Schütz, πρώην Δήμαρχος του Δυτικού Βερολίνου και πρέσβη της Γερμανίας στο Ισραήλ καθώς επίσης και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου των Φίλων του σιωνιστικού Leo Baeck Stiftung, ήταν μέλος του Deutschlandradio και σήμερα επιδίδεται μετα μανίας στην προπαγάνδα υπερ του Ισραήλ. Η κόρη του Schütz ασπασθηκε τον Ιουδαϊσμό (καθώς και οι κόρες του πρώην Ομοσπονδιακού Υπουργού Εξωτερικών Klaus Kinkel και του για πολλά χρόνια Προέδρου του Bundestag, Eugen Gerstenmaier, το ίδιο και η χήρα του Προέδρου του Συμβουλίου της Ευαγγελικής Εκκλησίας, Martin Niemöller, που εβραιοποίησε μάλιστα το όνομα της και λεγεται τώρα Sibylle Sarah Niemöller von Seil).




Ο Ignatz Bubis

Ο Paul Spiegel με αντιπροσώπους της οργάνωσης Chabad Lubawitscher

Ο Michel Friedman (ο οποίος παρα το ότι έχει συλληφθεί για χρήση ναρκωτικών και εξαναγκασμό ανηλίκων απο την Ανατολική Ευρώπη σε σεξ, εξακολουθεί να βρίσκεται ακόμη στο ZDF)

Ο Όμιλος RTL αποτελεί ένα μέρος της αυτοκρατορίας Bertelsmann που λειτουργεί ως ανώνυμη εταιρεία. Ο εκδοτικός κολοσσός Bertelsmann AG είναι μια μη εισηγμένη εταιρεία. Μέτοχοι της είναι το Ίδρυμα Bertelsmann (76,9%) και η οικογένεια Mohn (23,1%). Τα δικαιώματα ψήφου της Bertelsmann Foundation και της οικογένειας Mohn έχουν η Bertelsmann Verwaltungsgesellschaft (BVG), η οποία μετά την αγορά ιδίων μετοχών κατέχει το 100% των δικαιωμάτων ψήφου. Τα τρία μέλη του διοικητικού συμβουλίου, που εκλέγονται για δύο χρόνια, είναι ο Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου Dieter Vogel, ο Διευθύνων Σύμβουλος Gunter Thielen και ο αναπληρωτής πρόεδρος Juergen Strube (Bilderberg). Η οικογένεια Mohn εκπροσωπείται σήμερα από την Δρ Brigitte Mohn και την Liz Mohn. Ο Reinhard Mohn ήταν ένας πράκτορας της CIA, που εκπαιδεύθηκε απο τον William Casey, επικεφαλής του OSS (του προκατόχου της CIA). Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ο Reinhard Mohn επέστρεψε στη Γερμανία επιδόθηκε στην ανοικοδόμιση της εταιρείας προπαγάνδας της CIA, της Bertelsmann. Βασικό έργο για προπαγάνδα εξακολουθεί να είναι το βιβλίο „Propaganda“ ("Προπαγάνδα") του Edward Bernays που δημοσιεύθηκε το 1928. Στο έργο αναφέρεται για τα δημοκρατικά κράτη: "Η συνειδητή και έξυπνη χειραγώγηση των οργανωμένων συνηθειών και απόψεων των μαζών είναι ένα σημαντικό στοιχείο στη δημοκρατική κοινωνία. Όποιος μανιπουλάρει τους αόρατους κοινωνικούς μηχανισμούς, δημιουργεί μια αόρατη κυβέρνηση, η οποία αποτελεί την αληθινή ισχύ της κυριαρχίας του κράτους". Η Liz Mohn είναι μέλος του γερμανικού Jerusalem Foundation, μιας ακραίας σιωνιστικής οργάνωσης, που θέλει να καθιερώσει την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του κόσμου. Ο αποθανών σύζυγός της, Reinhard Mohn, ήταν μέλος του Jerusalem Foundation (καθώς και ο πρώην πρωθυπουργός της Βαυαρίας Edmund Stoiber). Η Liz Mohn έχει γίνει επίσης δεκτή ως η πρώτη γυναικεία προσωπικότητα στην Club of Rome, την Λέσχη της Ρώμης. Η Λέσχη της Ρώμης είναι μια από τις σημαντικότερες δεξαμενές σκέψεως του δυτικού κόσμου, με κύριο στόχο την μείωση του παγκόσμιου πληθυσμού ("Τα όρια της ανάπτυξης" 1) και τον έλεγχο των πόρων του κόσμου στα χέρια των "ικανών". Η τηλεόραση MTV αποτελεί μέρος της αυτοκρατορίας Viacom, η οποία ανήκει στον Εβραίο Sumner Redstone. Το SKY ανήκει στον εβραίο Rupert Murdoch.



Η Liz Mohn
 

Ο Sumner Redstone (VIACOM - MTV; "Δεν πρόκειται ποτέ να παραδώσω τον έλεγχο!")
 
Ο Rupert Murdoch (SKY) με τον Foxman, αφεντικό της

Anti-Defamation League
 

Η τεράστια επιρροή των ως επί το πλείστον Εβραιοσιωνιστών στα ΜΜΕ, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ και την Ανγγλία, είναι τεράστια. Εκτιμάται ότι το 97% των πρακτορείων ειδήσεων παγκοσμίως διευθύνεται από Σιωνιστές.2 Οι περισσότερες ταινίες κινηματογράφου που διακινούνται παγκοσμίως μέσω εβραιοσιωνιστικών καρτελ είναι παραγωγές του εβραιοσιωνιστικού Χόλιγουντ. Στον Καναδά πάνω από το 60% των μέσων ενημέρωσης ανήκουν αποκλειστικά στον εβραίο Israel Asper, στην Γερμανία στο εβραϊκό Axel Springer Verlag. Σιωνιστές καθορίζουν και στο διαδίκτυο σε μεγάλο βαθμό αυτό που διαβάζει η νεολαία: Το Google ανήκει στους Εβραίους Sergey Brin και Larry Page, οι οποίοι πρόσφατα εξαγόρασαν και το YouTube. Το Facebook ανήκει στον εβραίο Mark Zuckerberg, που το ίδρυσε το 2004 μαζί μαζί με τον εβραίο Dustin Moskovitz. Το PayPal ανήκει στον εβραίο Pierre Omidyar που το αγόρασε απο τους δύο εβραίους Peter Thiel και Max Levchin και στο οποίο πρόσθεσε πρόσφατα και το eBay. Η Wikipedia ιδρύθηκε και ανήκει στους δύο εβραίους Jimmy Wales και Larry Sanger. Το Yahoo! Ανήκε απο το 2001 μέχρι το 2007 στα χέρια του εβραίου Terry Semel. Το MySpace ξεκίνησε υπό την επίβλεψη των εβραίων Brad Greenspan. Αντιπρόεδρος και γκούρου του MySpace είναι ο εβραίος Richard Rosenblatt, επικεφαλής του MySpace είναι ο εβραίος Travis Katz. Όλες αυτές οι εταιρείες συνεργάζονται στενά με πανίσχυρες φιλο-ισραηλινές οργανώσεις, παραδείγματος χάριν με την  Anti-Defamation League, που θέλουν να ελεγχουν τις αναρτήσεις των χρηστών στα "κοινωνικά δίκτυα". Έτσι το Twitter, φερ' ειπείν, ανακοίνωσε ότι θα μπλοκάρει (ανεπιθύμητα) μηνύματα ενώ τα δύο μεγαλύτερα «κοινωνικά μέσα» για μαθητές και φοιτητές στη Γερμανία, το SchülerVZ και το StudiVZ, έχουν συνάψει με την Anti-Defamation League μια συμφωνία, που της δίνει το δικαίωμα να σβύνει στις δύο αυτές ιστοσελίδες ότι δεν της αρέσει. Σκέτη πλύση εγκεφάλου της νεολαίας. Και το ότι οι καθημερινές εφημερίδες στην Γερμανία δεν δημοσιεύουν γράμματα αναγνωστών με περιεχόμενο εναντίον του Ισραήλ και των Εβραίων, είναι μια πρακτική, που εφαρμόζεται απο δεκαετίες.
 

Οι Sergei Brin και Larry Page (Google und YouTube)

Ο Mark Zuckerberg (Facebook)

Ο Pierre Omidyar (Paypal und Ebay)

Ο Jimmy Wales (Wikipedia)

Για την σιωνιστική Wikipedia βλέπε και το βίντεο:
(Δυστυχώς το YouTube το εβγαλε. Έτσι λειτουργεί το σύαστημα. Ε.Σ.)

  

Πολλοί Γερμανοί πολιτικοί είναι μέλη Σιωνιστικών οργανώσεων. Ο πρώην πρόεδρος της Γερμανίας, Richard von Weizsäcker, είναι μέλος του Leo-Baeck-Institut. Ο Wolfgang Thierse (Αριστερος) και η Rita Süssmuth (των Χριστιανοδημοκρατών) είναι μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Nev Shalom. Στο Jerusalem Foundation βρίσκουμε τους πολιτικούς Edmund Stoiber, Hans Eichel και Rita Süssmuth. Η Angela Merkel τιμήθηκε με το βραβείο της άκρως εβραϊκής οργάνωσης B'nai B'rith, όπως και ο Helmut Kohl για την γερμανική "επανένωση". Η Angela Merkel  είναι η καλύτερη φίλη της Charlotte Knobloch (απο το Κεντρικό Συμβούλιο των Εβραίων στη Γερμανία) και πίνει τσάϊ με την φίλη της Friede Springer. Ο Guido Westerwelle και η Angela Merkel έχουν επιλεγεί για τις θέσεις τους απο την σιωνιστική λέσχη Bilderberg, η Αngela Merkel  το 2005 και ο Guido Westerwelle το 2007. Το 2010 κοίταξαν τον πολιτικό της SPD, Olaf Scholz, που το 2011 εξελέγη δήμαρχος του Αμβούργου. Ο Helmut Kohl είχε προσκληθεί το 1988 στο συνέδριο των  Bilderberg για να μιλήσει για το "γερμανικό ζήτημα", η γερμανική «επανένωση» ήταν τότε στο επίκεντρο των συζητήσεων και οι συνομιλίες θα πρέπει κατά πάσα πιθανότητα να ήσαν πολύ "εποικοδομητικές" (για την λόμπι). Πολλοί πολιτικοί φέρεται επίσης να είναι μέλη διαφόρων κοινωνικών οργανώσεων που εργάζονται "για την ευημερία των ανθρώπων", στην πραγματικότητα όμως αποτελούν ένα διεθνές δίκτυο για την παγκόσμια επιρροή του Σιωνισμού. Έτσι πολλοί πολιτικοί, αλλά και πολλοί γιατροί και δάσκαλοι, είναι μέλη Ροταριανών Ομιλων και Lions Clubs. Και οι δύο αυτές οργανώσεις είναι καμουφλαρισμένες μασονικές στοές και καθοδηγούνται από το άκρως σιωνιστικό B'nai B'rith. Η Angela Merkel είναι μέλος των Ροταριανών.
  


Τα Rotary Clubs είναι καμουφλαρισμένες μασονικές στοές 
 
Μια άλλη σημαντική δεξαμενή σκέψης στη Γερμανία είναι η Atlantik-Brücke (Atlantic Bridge - Ατλαντική Γέφυρα). Μέλη της είναι παραδείγματος χάριν ο πρώην υπουργός Άμυνας Karl-Theodor zu Guttenberg, ο Ομοσπονδιακός Πρόεδρος Christian Wulff και ο αντίπαλός υποψήφιος του για την προεδρεία Gauk. Ταμίας της Ατλαντικής Γέφυρας είναι ο εβραίος τραπεζίτης Max M. Warburg. Μια άλλη σημαντική οργάνωση είναι η Deutsche Gesellschaft für auswärtige Politik (DGAP) η Γερμανική Εταιρεία Εξωτερικής Πολιτικής. Εκεί θα βρείτε ονόματα όπως η Angela Merkel, ο Wolfgang Schäuble, ο Eckart von Klaeden, ο Karl-Theodor zu Guttenberg ή ο Peter Ramsauer, για να ανεφέρουμε μόνο μερικά γνωστα ονόματα.  Η DGAP ενισχύεται οικονομικά απο την εβραϊκή τράπεζα Oppenheim απο το σιωνιστικό Ίδρυμα Oppenheim-Stiftung, απο την Deutsche Bank (επικεφαλής της οποίας ήταν μέχρι τώρα ο εβραίος Josef Ackermann) και το German Marshall Fund (ένα αμερικανικό λόμπι που ιδρύθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο για να επιλέξει τους πιο "κατάλληλους" πολιτικούς που θα αναλάμβαναν ηγετικές θέσεις και για να τους εποπτεύει). Δύο απ' αυτούς, ο Rainer Brüdele και ο Guido Westerwelle, απο το κόμμα των Φιλελευθέρων (FDP) Μασώνοι και ακολουθούν τη γραμμή του Helmut Schmidt, του Helmut Kohl, του Gerhard Schröder και του Horst Köhler, οι πρώτοι τρείς καγκελάριοι, ο τελευταίος πρόεδρος της Δημοκρατίας.


(Ο Enoch zu Guttenberg, πατέρας του πρώην υπουργού Αμύνης Karl-Theodor zu Guttenberg)


Ο Joschka Fischer („Ο κόσμος θα έπρεπε να σκοτώνει τους Γερμανούς ήρωες σαν να είναι λυσσασμένα σκυλια.“)

Ο Horst Köhler

Ο Wolfgang Schäuble με έναν αντιπρόσωπο της οργάνωσης Chabad Lubawitscher



Ο Guido Westerwelle



Ο Christian Wulff
Η Angela Merkel με τιμητική διάκριση της Στοάς B'nai B'rith




Το Τάγμα του B'nai B'rith είναι μια καθαρά εβραϊκή Στοά. Επισήμως το B'nai B'rith δεν έχει καμμία σχέση με τον Ελευθερο Τεκτονισμό. Μια συμφωνία μεταξύ των Υψηλόβαθμων της Σκωτίας  και του Τάγματος B'nai B'rith δείχνει όμως τι τεράστια δύναμη έχει το Τάγμα B'nai B'rith στον Ελευθεροτεκτονισμό:

 «Εμείς, ο Μέγας Διδάσκαλος, ο επιμελητής του Ιερού Παλλαδίου, ο Ανώτατος Πατριάρχης Ανώτατο του Οικουμενικού Ελευθεροτεκτονισμού - με Γνωμάτευση από το πεφωτισμένο High College της Γενικής Ελευθερομασωνίας - προς εκπλήρωσιν της πράξεως του Κονκορδάτου, η οποία συνήφθη μεταξύ μας και των τριών Ανωτάτων Ομοσπονδιακών Συμβουλίων της Αμερικής, της Ανγγλίας και της Γερμανίας και υπεγράφη σήμερα από Ημάς, αποφασίσαμε και διατάσσουμε: Μοναδικη Παράγραφος - η Γενική Συνομοσπονδία των μυστικών εβραϊκών Στοών έχει με την σημερινή ημέρα συσταθεί επι της βάσεως, όπως αυτή έχει ορισθεί στην Πράξη του Κονκορδάτου. Εδώθη στους ιερούς χώρους της Ανωτάτης Ανατολής του Charlestown,  στο πανέμορφο μέρος του Θείου Διδασκάλου την 1. Ημέρα του μήνα Tishri 450, στην 12. Ημέρα του 7. Μήνα του έτους 00847 του αληθινού Φωτός".

Υπογραφή: LimmudEnsof (Τεκτονική όνομα του Albert Pike)

Στο ίδιο το Κονκορδάτο διαβάζουμε:

"Το Ανώτατο Δογματικό Διευθυντήριο του Παγκοσμίου Τεκτονισμού αναγνωρίζει τις εβραϊκές Στοές ό οικήματα, όπως αυτές υφίστανται σήμερα στις μεγάλες χώρες. Η κεντρική έδρα του B'nai B'rith θα βρίσκεται στο Αμβούργο και η κυρίαρχη αρχή θα φέρει τον τίτλο μιας Ανωτάτης Πατριαρχικής Συνέλευσης. Το μυστικό της υπάρχουσας συμμαχίας θα διατηρηθεί αυστηρά από εκείνα τα μέλη του Υψηλου Τεκτονισμού, τα οποία  το Ανώτατο Δογματικό Διευθυντήριο θα  κρίνει σκόπιμο να εμπιστευθεί... Ούτε η Ανωτάτη Πατριαρχική Συνέλευση του Αμβούργου, ούτε οποιαδήποτε άλλη Στοά που υπάγεται σ' αυτήν, θα αναφέρονται στις ετήσιες εκθέσεις του Κυριάρχου διοικητικού Διευθυντηρίου, ωστόσο, η Ανωτάτη Πατριαρχική Συνέλευση στο Ανώτατο Δογματική Διευθυντήριο μια ετήσια συνδρομή του 10% των προσωπικών εισφορών των μελών των εβραϊκών Στοών... Κανείς Αδελφός Ελευθεροτέκτων των επισήμων τελετών, που δεν είναι Εβραίος, έχει το δικαίωμα να γίνει μέλος σε μια εβραϊκή Στοά, ανεξάρτητα απο τον βαθμό που κατέχει" (Wolfgang Eggert - Israels Geheimvatikan (Το μυστικό του ισραηλινού Βατικανού, τόμος 1, σελ. 207/208).

Ο Ελευθεροτεκτονισμός έχει καταστεί έτσι ένα εβραϊκό λόμπι, όπως μπορούμε να δούμε απο τις παρακάτω αναφορές, οι οποίες προέρχονται αποκλειστικά από Ελευθεροτέκτονες και Εβραίους:

 "Το B`nai Brith είναι μόνο μια προσωρινή λύση. Παντού, όπου ο Τεκτονισμός μπορεί με ασφάλεια να παραδεχτεί, ότι φύσει και σκοπώ είναι εβραϊκός, αρκούν για την δουλειά του οι συνήθεις Στοές πλήρως..." - B'nai B´rith - Ο τέκτων αδελφός Magnin, στο "B'nai B'rith Magazine", Τόμος XLIII, σελ. 8

"Ο Ελευθεροτεκτονισμός βασίζεται στον Ιουδαϊσμό. Αφαιρέστε τις διδασκαλίες του Ιουδαϊσμού από τα μαυριτανικά τελετουργικά, τι θα απομείνει "-; Jewish Tribune of New (28. Οκτωβρίου 1927)

"Ο Ελευθεροτεκτονισμός είναι μια εβραϊκή οργάνωση της οποίας η ιστορία, οι βαθμοί, ο εξοπλισμός, οι κωδικοί πρόσβασης και οι εξηγήσεις είναι από την αρχή μέχρι το τέλος εβραϊκοί." - Ραβίνος Isaac Wise

 "Το πνεύμα του Ελευθεροτεκτονισμού είναι το πνεύμα του Ιουδαϊσμού και των θεμελιωδών πεποιθήσεων του. Οι ιδέες του, η γλώσσα του, η οργάνωσή του η ελπίδα του φωτίζουν και υποστηρίζουν το Ισραήλ. Η στέψη του Ελευθεροτεκτονισμού θα είναι ο υπέροχος Ναός προσευχής, θριαμβευτικό κέντρο και σύμβολο του οποίου θα είναι η Ιερουσαλήμ". - LA VERITE ISRAELITE, Jewish paper 1861, IV, σελ. 74. 

"Του πιο σημαντικό καθήκον του Ελευθεροτεκτονισμού πρέπει να είναι η εξύμνηση της εβραϊκής φυλής, η οποία έχει διατηρήσει αμετάβλητη την θεϊκή κατάσταση της σοφίας. Πρέπει να παραστεκόμαστε την εβραϊκή φυλή, για να απαλλαγούμε από όλα τα σύνορα. "- LE SYMBOLISM, Ιούλιος, 1928

"Κάθε Στοά πρέπει να είναι ένα σύμβολο του Ιουδαϊκού Ναού. Κάθε Μεγάλος Μαέστρος του Θρόνου ένας εκπρόσωπος του εβραίου Βασιλιά. Και κάθε Μασώνος η προσωποποίηση του εβραίου εργάτη". - AN ENCYCLOPEDIA OF FREEMASONRY, Philadelphia, 1906

"Η Μεγάλη Στοά του σημερινου Τεκτονισμού εντελώς εβραϊκή". - MANUAL OF FREEMASONRY, του Richard Carlile

"Ο Ελευθεροτεκτονισμός βασίζεται στο αρχαίο δίκαιο του Ισραήλ. Το Ισραήλ ήταν η γενέτειρα της ηθικής ομορφιάς, η οποία αποτελεί τη βάση του Τεκτονισμού". - THE FREEMASON, 2. Απριλίου 1930, αναφέρεται απο τον Br. Rev. S. McGowan

Ο Richard Cohen, αρθρογράφος της "Washington Post", δήλωσε στις 18. Ιουλίου 1990: "Δεν πρέπει να θεωρούμε το ΝΑΤΟ ως μια αμοιβαία συμμαχία. Στην πραγματικότητα, είναι σαν ένα λουρί σκύλου με το οποίο κρατιώνται τα ηνία της Γερμανίας. Καταλαβαίνετε σίγουρα τι εννοώ. "Ο πρώτος Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Λόρδος Ismay, παρατήρησε λίγο λακωνικά, ότι ΝΑΤΟ ιδρύθηκε για "να κρατά τους Ρώσους έξω, τους Αμερικανούς μέσα και τους Γερμανούς κάτω". Τα πολλά χρόνια της προπαγάνδας και επανεκπαίδευσης έχουν καταφέρει, ώστε πολλοί Γερμανοί να θεωρούν την κατοχή της Γερμανίας σαν απελευθέρωση. Στην Διαταγή JCS 1067 των Ηνωμένων Επιτελείων Στρατού (Joint Chiefs of Staff) προς τον Διοικητή (Commander-in-Chief) των κατοχικών στρατευμάτων των ΗΠΑ της 26. Απριλίου 1945 για τους βασικούς σκοπούς της στρατιωτικής κυβέρνησης της Γερμανίας, αναφέρεται στην παράγραφο τέσσερα: "Η Γερμανία δεν καταλαμβάνεται με σκοπό την απελευθέρωση της, αλλά ενα νικημένο εχθρικό κράτος".

Ο πρώην ύπατος εβραϊο-βρετανός προπαγανδιστής Sefton Delmer δήλωσε το 1945, πως θα έπρεπε στη συνέχεια να μεταχειριστεί κανείς τη Γερμανία: "Με προπαγάνδα φρικαλεοτήτων κερδίσαμε τον πόλεμο ... και τώρα την ξεκινούμε πραγματικά. Θα συνεχίσουμε αυτή την φρικαλέα προπαγάνδα και θα την αυξήσουμε, μέχρι που κανείς πλέον να μη λέει μια καλή κουβέντα για τους Γερμανούς σε χώρες που εξακολουθούν να τους δείχνουν μια συμπάθεια.Και οι ίδιοι να έχουν τόσο συγχυστεί, που να μην ξέρουν πλέον τι κάνουν. Αν επιτευχθεί αυτό, όταν αρχίζουν οι ίδιοι να μολύνουν τις φωλιές τους - και αυτό όχι απρόθυμα, αλλά με μεγάλη προθυμία, για να φανούν φιλικοί στους νικητές - τότε μόνο η νίκη θα είναι ένα τετελεσμένο γεγονός. Τελική δεν θα είναι όμως ποτέ. Η αναμόρφωση/επανεκαίδευσή τους χρειάζεται προσεκτική και συνεχή φροντίδα, όπως ένας ανγγλικός κήπος. Μόνο μία στιγμή απροσεξίας, και τα ζιζάνια θα ξαναφυτρώσουν - εκείνο το αξερίζωτο ζιζάνιο της ιστορικής αλήθειας".

Θα έπρεπε να έχει κάποιος εξηγήσει στον κ. Delmer, ότι η αλήθεια είναι πάντα ισχυρότερη από το ψέμα. Αν οι Γερμανοί μπορέσουν να διακρίνουν το θέαμα των μεγάλων ψεμάτων, τότε ίσως κινηθεί κάτι στη Γερμανία. Ο Γερμανός Michel (όπως περίπου ο Μήτρος σ' εμάς, Ε.Σ.) είναι πολύ ανθεκτικός, υποφέρει την καταπίεση για πολλή καιρό, αλλά εάν σπάσουν οι αλυσίδες, δεν τον κρατά πλέον τίποτα.


Περισσότερα... »