Οι εννιά στις δέκα πληροφορίες που κυκλοφορούν στο διδύκτιο είναι ψέμματα ή μισές αλήθειες. Η καταγραφή τους βοηθάει στον έλεγχο και στο ξεσκαρτάρισμα.

Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Ο Πολιτισμός του Κοινού Καλού. Από τον Πέδρο Ολάγια


[…] Μέχρι τότε στην ιστορία της ανθρωπότητας, ο άνθρωπος δεν ήταν πολίτης. Υπήρχαν πολιτισμοί της κορυφής, της συγκεντρωτικής εξουσίας, σε ένα βασιλιά – θεό, ή της μοιρασμένης εξουσίας ανάμεσα σε μια κάστα΄ όχι όμως πολιτισμοί Κοινωνίας Πολιτών. Η δημοκρατία δημιουργήθηκε με βάση το «δήμο»: ένα λαό με συνείδηση της αξιοπρέπειάς του και διατεθειμένο να την ασκήσει.

[…] κι ενώ στον υπόλοιπο κόσμο κυριαρχούσαν οι μοναρχίες και το κύρος του κατεστημένου, οι ελληνικές συμπολιτείες, διέπονταν από συνελεύσεις ελεύθερων πολιτών, δεσμευμένων στον προσδιορισμό του Κοινού Καλού. Αυτό το εύθραυστο σύστημα δημοκρατίας, βασισμένο στην πολιτική αρετή του ατόμου, επιβίωσε κατά τη διάρκεια πολλών γενεών παρά τις όποιες συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ των Ελλήνων. Αν τελικά υπέκυψε ήταν εξαιτίας της πλεονεξίας κάποιων προδοτών ή της άφιξης εξωτερικών εισβολέων

[…] Φαίνεται απίστευτο αλλά από τον μακρινό Οκτάβιο Αύγουστο ως την Ανεξαρτησία των ΗΠΑ, τη Γαλλική Επανάσταση και τις μεταγενέστερες αστικές επαναστάσεις, καμία χώρα του κόσμου δεν κυβερνήθηκε από ένα σύστημα με πλήρως δημοκρατικές και συνταγματικές αξιώσεις. Οι αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες του σήμερα, κληροδοτημένες περισσότερο από τη ρωμαϊκή respublica παρά από την Αθηναϊκή Δημοκρατία, δεν είναι παρά ολιγαρχίες που αναζητούν νομιμότητα σε μια αμφιλεγόμενη λαϊκή υποστήριξη.



«Όταν ήμουν παιδί με παραξένευε που η Ελλάδα ήταν παρούσα πάντα στο πρώτο κεφάλαιο κάθε βιβλίου.

Είτε αφορούσε ιστορία, είτε μαθηματικά, ή οτιδήποτε άλλο, η Ελλάδα ήταν πάντα στην αρχή, στον ορίζοντα.

Την φανταζόμουν καταπράσινη, με πηγές, με δάση, με ομίχλη, σαν τα τοπία της γενέτειράς μου της Αστούριας.

Αυτά είναι τα πραγματικά τοπία της Ελλάδας. Ένας τόπος, ένα όνομα που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έχει χαράξει το δικό του τοπίο στο μυαλό του κάθε δυτικού.

Για πολλούς το ελληνικό τοπίο είναι το ισορροπημένο και αιώνιο περίγραμμα ενός ναού΄ για άλλους, αυτό το ριζωμένο στη φαντασία τοπίο, είναι ένα τοπίο με ερειπωμένες κολώνες, η θάλασσα και τα νησιά του Ομήρου, τα πράα και γαλήνια βοσκοτόπια της Αρκαδίας, ή η μεγαλοπρεπής σιλουέτα της κλασικής Αθήνας.


Αλλά γιατί η Ελλάδα; Γιατί η Ελλάδα έχει εισχωρήσει τόσο βαθιά μέσα μας; Γιατί ξανά και ξανά όλα τα μονοπάτια μας οδηγούν σε εκείνη;

Κανείς δεν αμφισβητεί ότι υπήρξαν κι άλλοι πολιτισμοί, αλλά το βέβαιο είναι ότικανένας, μα κανένας άλλος πολιτισμός, δεν έχει τόσο επανεκτιμηθεί, επανερμηνευτεί, διασωθεί και οικουμενικοποιηθεί, όσο ο ελληνικός πολιτισμός.

Στο ελληνικό τοπίο οι ελιές σχηματίζουν μια γεωμετρία ρυθμική και αρχαία που διαταράσσεται που και που από την αιφνίδια παρουσία ενός κυπαρισσιού.

Ως αιωνόβιο δέντρο, κάθε ελιά τούτης της γης είναι ένα αυθεντικό φυσικό μνημείο που φέρνει σε στενή επαφή τους ανθρώπους του σήμερα με τους πιο άμεσους προγόνους τους, που εκείνοι τη μπόλιασαν, την κλάδεψαν, τη ράβδισαν, και μεγάλωσαν τρώγοντας τους καρπούς της.

Συναρπάζει η σκέψη πως κατά πάσα πιθανότητα από την αρχαιότητα το ελαιόλαδο έχει πάντοτε την ίδια γεύση. Προκαλεί ίλιγγο.

Ο Όμηρος ονόμασε την ελιά καταπράσινη, με νόστιμο καρπό, με φύλλα στενά και πυκνά, που βλασταίνει αγέρωχη. «χλοερά, αγλαόκαρπος, τανύφυλλος και τηλεθόωσα ελαία».

Προτού ακόμα εμφανιστεί το αλφάβητο, οι κάτοικοι αυτών των εδαφών αναπαριστούσαν με χαρακτήρες σχεδόν εικονικούς, με αιώνια σύμβολα που θα μπορούσαν να έχουν χαραχτεί και σήμερα, τις λέξεις ελαιόδεντρο, ελιά και λάδι.

Και λέγεται ότι η θεά Αθηνά που δώρισε στους ανθρώπους τον αυλό, το άροτρο, την πήλινη χύτρα, τον ζυγό για τα βόδια, το χαλινάρι του αλόγου, το άρμα και το πλοίο, που τους δίδαξε την επιστήμη των αριθμών και τις τέχνες της κουζίνας και της κλωστικής, που θεμελίωσε το δικαστήριο με σκοπό να ενώσει δικαιοσύνη με λογική, παραχώρησε στους θνητούς ως σύμβολο πλήρους θεϊκής καλοσύνης μια ελιά.

Είναι το δέντρο που η Αθηνά έκανε να βλαστήσει κάποτε στον ιερό βράχο της Ακρόπολης, γύρω από το οποίο οικοδομήθηκε αργότερα το Ερέχθειο.

Και η άμπελος ήταν ένα δώρο των θεών. Ο Διόνυσος τη γνώρισε στους ανθρώπους, και μύησε τον Ικάριο και τον Οινέα στην επεξεργασία και τα μυστικά του κρασιού.

Από την πλευρά τους η Δήμητρα και η Κόρη, οι θεές της Ελευσίνας, έδειξαν στον πρίγκιπα Τριπτόλεμο την καλλιέργεια του σταριού, και του έδωσαν ένα άρμα που το έσερναν φτερωτά φίδια, για να εξαπλώσει τη γνώση του στον κόσμο.


Σιτάρι, αμπέλι και ελιά΄ ψωμί, κρασί και λάδι. Τα τρία συστατικά που πάνω τους ο μεσογειακός πολιτισμός στηρίχτηκε και έφτασε ως εδώ.

Και τι γνωρίζουμε γι’ αυτά πριν από την Ελλάδα; Ελάχιστα, σχεδόν τίποτα.

Πιθανόν και άλλοι λαοί να γνώριζαν το στάρι, το αμπέλι και την ελιά, πριν ή και ταυτόχρονα με τους Έλληνες, αλλά όπως και σε τόσες άλλες περιπτώσεις οι Έλληνες ήταν με τους μύθους και τα έργα τους, που δημιούργησαν με αυτά έναν πολιτισμό.


Κάθε γωνιά της ελληνικής γης είναι στην πραγματικότητα το σκηνικό ενός μύθου. Εκεί βρίσκονται οι κορυφές του Ολύμπου, η ιερή κατοικία των Θεών, τα νερά που πάνω τους ο Χάροντας περνούσε απέναντι τις ψυχές με τη βάρκα του, η παραλία που η Αθηνά έκανε τον Οδυσσέα να συνειδητοποιήσει ότι είχε φτάσει επιτέλους στην πατρίδα του.

Έχω δει να σουρουπώνει ο ουρανός του Γενάρη πάνω απ’ τα νερά του ποταμού Ελίσσοντα, όπου οι Ερινύες κυνήγησαν τον Ορέστη με τα μαστίγια των δακτύλων τους. Τα βήματά μου με οδήγησαν ως την απόμακρη σπηλιά όπου η Ρέα ξεγέλασε τον Κρόνο δίνοντάς του μια πέτρα τυλιγμένη σε σπάργανα ως την κορυφή της Αλιφείρας όπου η Αθηνά αναδύθηκε ως πάνοπλη κόρη από το κεφάλι του πατέρα της Δία, ως τη λιμνοθάλασσα όπου ο Αλφειός ερωτεύτηκε την Αρετούσα και όπου ο Ηρακλής κατατρόπωσε με τα βέλη και τα χάλκινα κύμβαλά του τις τρομερές Στυμφαλίδες Όρνιθες, και ως την κορυφή του Λυκαίου Όρους όπου οι πελασγοί λάτρευαν ισότιμα τον Δία και τον Πάνα.

Αναμφίβολα, η Ελλάδα οφείλει στη γοητεία των μύθων της ένα μεγάλο μέρος της απήχησης που έχει στις καρδιές μας.


Οι Έλληνες μας κληροδότησαν τους μύθους, τις αρχαιότερες ιστορίες του πολιτισμού μας.

Οι εικόνες τους μας ενώνουν με τους ανθρώπους κάθε εποχής, ο συμβολισμός τους έχει γονιμοποιήσει επανειλημμένα τις εκφράσεις του πολιτισμού μας και η θέση τους στη συλλογική μνήμη δεν μπορεί να αντικατασταθεί από καμία άλλη ιστορία, παρελθούσα ή μελλοντική.

Στην πραγματικότητα αγνοούμε ακόμα το αμάλγαμα που συνιστά αυτές τις παράξενες ιστορίες θεών και ανθρώπων, αλλά ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο, ότι:


Ο ελληνικός μύθος κατόρθωσε να φέρει εις πέρας, το λεπτό εγχείρημα,να θολώσει τα σύνορα μεταξύ του ανθρώπου, της φύσης, και του θείου.

Χάρις στους μύθους η γεωγραφία της Ελλάδας είναι μοναδική στον κόσμο, γιατί σε αυτήν, η φυσική ιστορία είναι και ανθρώπινη και θεϊκή.

Τοποθετώντας τη γέννηση, το ανάθρεμμα και τις περιπέτειες θεών, στους ίδιους τόπους όπου οι άνθρωποι κατοικούσαν, ο μύθος κατόρθωσε να εντάξει τον άνθρωπο στη φύση και στο θείο, καθιστώντας τον μέτοχο της μηχανικής και της αρμονίας τους.


Με αυτόν τον τρόπο οι αρχαίοι Έλληνες επινόησαν μια μέθοδο για να κ α τ α ν ο ή σ ο υ ν τον κόσμο, και όχι έναν αφελή τρόπο για να τον εξηγήσουν.

Γεννήθηκαν και μεγάλωσαν ως λαός μέσα στο φαντασιακό των μύθων, έδωσαν με αυτούς συνοχή στην ταυτότητά τους ως έθνος, έδωσαν έκφραση στη θρησκεία και τον πολιτισμό τους, και καλλιέργησαν με τη φύση μια σχέση ενσωμάτωσης και σεβασμού.

Και δεν ήταν μόνο οι δημιουργοί των μύθων, αλλά και οι πρώτοι ερευνητές και κριτικοί τους.


Οι ίδιοι οι Έλληνες που μας μετέδωσαν τους μύθους, αναρωτήθηκαν επανειλημμένα για το νόημά τους και όρισαν ενώπιόν τους το πεδίο της λογικής.

Για άλλους λαούς και άλλες θρησκείες, η εξερεύνηση της φύσης, η προσέγγιση στο ανθρώπινο, το σωματικό και το εγκόσμιο, σηματοδοτούσε επικίνδυνη απομάκρυνση από το θεϊκό. Για τους έλληνες, δεν ίσχυε αυτή η σύγκρουση.

Γι’ αυτό και μας κληροδότησαν μια στάση ξένη προς το δόγμα, και ανοιχτή προς τον θαυμασμό και τη γνώση.

Αργότερα, η Ευρώπη απαξίωσε αυτή τη στάση, στη διάρκεια αιώνων σκοταδισμού και θρησκευτικού φονταμενταλισμού, και όποτε προσπάθησε να την επανακτήσει, το έκανε κοιτώντας ξανά την Ελλάδα.

Ευνοημένοι από την ανοιχτή και ενοποιητική διάλεκτο του μύθου, οι Έλληνες απολάμβαναν μια πίστη χωρίς δόγμα.


Η θρησκεία τους δεν συνίστατο σε ένα πιστεύω, αλλά σε μια στάση απέναντι στο μυστήριο, και μια στάση καταφανέστατα ταπεινή.

«Ζευ, όποιος κι αν είσαι…», βάζει το χορό να πει ο Αισχύλος, «…αν έτσι αγαπάς να σε καλούνε, κι εγώ έτσι θα σε λέω. Να συγκριθεί με σένα τίποτα δε βρίσκω όλα κι αν τα σταθμίσω αν στ’ αλήθεια θέλω να πλήξω κάθε μάταιο φροντίδας άγχος».


Αυτή η στάση συμβούλευε τους Έλληνες να μην εξαίρουν από τη λατρεία τους, τούς θεούς που δεν γνώριζαν.

Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος, ανεβαίνοντας στα βράχια του Άρειου Πάγου στην Αθήνα, συνάντησε έναν αλλόκοτο βωμό, αφιερωμένο «τω άγνωστω θεώ», και μπόρεσε έτσι να πει σε εκείνους τους ανθρώπους τους ανοιχτούς σε οποιονδήποτε νεωτερισμό, ότι γι’ αυτόν το θεό που εκείνοι λάτρευαν χωρίς να γνωρίζουν ερχόταν να τους μιλήσει. Όλοι τον άκουσαν΄ μερικοί τον πίστεψαν, άλλοι όχι.

Απέναντι σε τόσους ιερούς πολέμους που γέμισαν με αίμα τους αιώνες, απέναντι στη θρησκευτική αδιαλλαξία που ακόμα και σήμερα υφίσταται ο κόσμος στον οποίο ζούμε, η εν λόγω ταπεινή στάση, εξακολουθεί να είναι επαναστατική.


Η απουσία δογμάτων, το άνοιγμα προς νέες ιδέες, ο θαυμασμός και η αμφιβολία, υπήρξαν τα συστατικά μιας στάσης δημιουργικής και γενναίας, που οι Έλληνες ονόμασαν Φιλοσοφία.

Η φιλοσοφία, ως πράξη ελεύθερη και κριτική, ως γνώση που δεν έρχεται εκ των άνωθεν, αλλά συγκροτείται μέσα από προβληματισμό και διάλογο, είναι μια ιδιότητα που γεννήθηκε και καλλιεργήθηκε στην Ελληνική γη.

Και σε άλλα μέρη υπήρξαν ιδιοφυείς, σοφοί και πεφωτισμένοι, αλλά όχι πνευματικοί σύντροφοι, ίσοι στην αναζήτηση της αλήθειας.

Η Αγορά της Αθήνας, υπήρξε και πολύ καιρό το σημείο συνάντησης εκείνων που χωρίς αντιζηλία μοιράστηκαν το όνομα του φιλοσόφου.


Εκείνοι οι πρόδρομοι έκαναν την ίδια τους τη σκέψη αντικείμενο του προβληματισμού τους, εξάσκησαν και ανέλυσαν ακατάπαυστα την ικανότητα της επιχειρηματολογίας, διδάχτηκαν και δίδαξαν την αμφισβήτηση, και αναθεώρησαν το κατεστημένο, χωρίς να φοβούνται να εκτεθούν στο κενό.

Ο Αναξαγόρας, ο Πρωταγόρας, ο Ιππίας, ο Γοργίας, ο Κριτίας, ή ο Σωκράτης, δεν ήταν ακριβώς σοφοί΄ ήταν φίλοι της γνώσης, της σοφίας, ήταν φιλόσοφοι.

Από τον Σωκράτη, έχει μείνει σε μας το πορτραίτο του πιο γνήσιου αναζητητή της αρετής, της οποίας την ύπαρξη δήλωσε, αλλά ποτέ δεν ισχυρίστηκε ότι την κατέχει.

Από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη μένουν τα πιο μεγαλειώδη και πολυσύχναστα οικοδομήματα της παγκόσμιας σκέψης.


Αλλά όλοι αυτοί εν συνόλω, σοφιστές, ακαδημαϊκοί, περιπατητικοί, επικούρειοι, στωικοί ή κυνικοί, άφησαν ένα κληροδότημα πιο αληθινό και ανατρεπτικό ακόμα και από τα συμπεράσματά τους: Τη στάση τους.

Ενάντια σε εκείνους που τόσες φορές πίστεψαν ότι κατέχουν την αλήθεια ή είχαν τη φιλοδοξία να επιβάλλουν το καλό, η ελληνική φιλοσοφία πρόταξε μια ταπεινόφρονα και άψογη στάση:


Την αναζήτηση της γνώσης ασκούμενοι την ελευθερία.

Πάνω από την Αγορά της Αθήνας υψώνονται τρεις βραχώδεις δεντρόφυτοι λόφοι: ο λόφος των Μουσών, ο λόφος των Νυμφών, και ο ονομαζόμενος λόφος της Πνύκας.


Αυτός ο τελευταίος, που η γυμνή του κορυφή κοιτάζει αντικριστά την Ακρόπολη, είναι το εμβληματικό λίκνο ενός άλλου μεγάλου κληροδοτήματος των Ελλήνων: της δημοκρατίας.

Η σύγχρονη ιστοριογραφία συνήθως αναφέρει ότι η ευφορία από τις αθηναϊκές νίκες κατά των Περσών και η μετέπειτα οικονομική και ηθική άνθιση, άνοιξαν το δρόμο για την εμφάνιση της δημοκρατίας. Τι απλοϊκότητα!

Όλοι ξέρουμε πως στην ιστορία του κόσμου υπήρξαν πολλές νίκες που προσκόμισαν υλικό πλούτο και αισθήματα σιγουριάς και υπεροχής, και που ωστόσο ούτε κατά διάνοια δεν δημιούργησαν κάτι ανάλογο.


Η δημοκρατία αναδύθηκε από την ψυχή των Ελλήνων, που από τον Όμηρο είχαν συνειδητοποιήσει πως η ζωή κάθε ανθρώπου, «ανδρός ψυχή», είναι μοναδική και πολυτιμότερη από οποιονδήποτε θησαυρό ή φιλοδοξία.

Γεννήθηκε από την επιθυμία καθορισμού του ό,τι είναι έμφυτο στον άνθρωπο, από την ασταμάτητη αναζήτησή του ό,τι είναι πανανθρώπινο, και από την πεποίθηση ότι η ιδέα της δικαιοσύνης και η παρόρμηση της θέλησης, κατοικούν εκ φύσεως σε κάθε ανθρώπινο ον.

Εδώ και 2500 χιλιάδες χρόνια, μέσα στο ελάχιστο περιθώριο λίγων δεκαετιών, έλαβε σάρκα και οστά στο προσκήνιο αυτής της πλατείας, μια μοναδική λειτουργία:


Για πρώτη φορά εμπνεύστηκε σε ένα λαό το ζωηρό συναίσθημα μιας κοινωνίας πολιτών ενεργούς, ελεύθερης, υπεύθυνης, και δημοκρατικής.

Κατά τη διάρκεια της εποχής του Περικλή, συναντιόνταν σ’ αυτή την απλωσιά ο Αισχύλος, ο Ευριπίδης, ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Φειδίας, ο Ικτίνος, ο Καλλικράτης, η Ασπασία, ο Αναξαγόρας, ο Πρωταγόρας, ο Γοργίας, ο Ιππίας, ο Αντίφων, και ο Σωκράτης. Πόσο εύκολα λέγεται! Από όλους αυτούς, και από άλλους που ήρθαν αργότερα κληρονομήσαμε την κοινωνία πολιτών.

Μέχρι τότε στην ιστορία της ανθρωπότητας, ο άνθρωπος δεν ήταν πολίτης.

Υπήρχαν πολιτισμοί της κορυφής, της συγκεντρωτικής εξουσίας, σε ένα βασιλιά – θεό, ή της μοιρασμένης εξουσίας ανάμεσα σε μια κάστα΄ όχι όμως πολιτισμοί Κοινωνίας Πολιτών.


Η δημοκρατία δημιουργήθηκε με βάση το «δήμο»: ένα λαό με συνείδηση της αξιοπρέπειάς του και διατεθειμένο να την ασκήσει.

Η εμπειρία των ελληνικών πόλεων με τα όποια ελαττώματα θα μπορούσαν να επισημανθούν, προσέδωσε στην κοινωνία της εποχής εκείνης αισθήματα ελευθερίας, δικαιοσύνης, ισότητας, υπευθυνότητας, και συμμετοχής στον ορισμό και την υπεράσπιση του Κοινού Καλού, που ήταν άγνωστα μέχρι τότε και δυστυχώς και στις εποχές που ακολούθησαν.

Η ελληνική δημοκρατία είχε ως υπέρτατα ιδανικά την ελευθερία και την ισότητα, ιδανικά που, από αυτό το βήμα υπεράσπισαν οι πολίτες, μέσω της δύναμης του λόγου.

Από τη μια ελευθερία του λόγου, κατ’ ιδίαν ή δημοσίως, ελευθερία συμμετοχής στην πολιτική, ελευθερία να ζει κανείς σύμφωνα με τις προσωπικές του επιθυμίες. Από την άλλη, ισονομία ή ισότητα απέναντι στο νόμο, ισοπολιτεία ή ισότητα στα πολιτικά δικαιώματα΄ ισηγορία ή ισότητα στη χρήση του λόγου.

Και μαζί με αυτά τα δικαιώματα, μια αρετή: η παρρησία, η αρετή να συμμετέχεις και να χρησιμοποιείς το λόγο για να υπερασπίζεσαι την αλήθεια.

Η λαμπρότητα αυτών των ιδεών, τώρα που τις αναπολούμε ανόθευτες από το ύψος αυτού του βράχου, μας αποκαλύπτει το πόσο εύθραυστη και ασαφής ακόμα και σήμερα είναι η δημοκρατία στον κόσμο.

Όχι μόνο η Αθήνα, αλλά και τα νησιά και όλα τα μέρη της ελληνικής χερσονήσου, καλλιέργησαν με μόχθο τα ιδανικά της δημοκρατίας.

Από τη μια και από την άλλη πλευρά των νερών του Κορινθιακού κόλπου εκτείνονται τα εδάφη δύο εκ των σπουδαιότερων συμπολιτειών της Ελλάδας: Από τη νότια πλευρά των Αχαιών στις αντικρινές ακτές των Αιτωλών.


Ενώ στον υπόλοιπο κόσμο κυριαρχούσαν οι μοναρχίες και το κύρος του κατεστημένου, οι ελληνικές συμπολιτείες, διέπονταν από συνελεύσεις ελεύθερων πολιτών, δεσμευμένων στον προσδιορισμό του Κοινού Καλού.

Αυτό το εύθραυστο σύστημα δημοκρατίας, βασισμένο στην πολιτική αρετή του ατόμου, επιβίωσε κατά τη διάρκεια πολλών γενεών παρά τις όποιες συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ των Ελλήνων.

Αν τελικά υπέκυψε ήταν εξαιτίας της πλεονεξίας κάποιων προδοτών ή της άφιξης εξωτερικών εισβολέων.

Στην είσοδο του Αμβρακικού κόλπου, έλαβε χώρα η περίφημη μάχη του Ακτίου, η στρατιωτική πανωλεθρία του Μάρκου Αντωνίου και της Κλεοπάτρας, που έχρισε τον Οκτάβιο πρώτο Ρωμαίο αυτοκράτορα.

Φαίνεται απίστευτο αλλά από τον μακρινό Οκτάβιο Αύγουστο ως την Ανεξαρτησία των ΗΠΑ, τη Γαλλική Επανάσταση και τις μεταγενέστερες αστικές επαναστάσεις,καμία χώρα του κόσμου δεν κυβερνήθηκε από ένα σύστημα με πλήρως δημοκρατικές και συνταγματικές αξιώσεις.


Οι αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες του σήμερα, κληροδοτημένες περισσότερο από τη ρωμαϊκή res publica παρά από την Αθηναϊκή Δημοκρατία, δεν είναι παρά ολιγαρχίες που αναζητούν νομιμότητα σε μια αμφιλεγόμενη λαϊκή υποστήριξη.

Η ελληνική δημοκρατία έπεσε στη λήθη. Η ίδια λέξη δημοκρατία, άργησε δύο χιλιάδες χρόνια να μπει στις δυτικές γλώσσες και η ακριβής ιδέα του τι σημαίνει αυτή η μορφή διακυβέρνησης ανασυγκροτήθηκε από ιστορικούς και φιλολόγους μόλις πριν από δύο αιώνες με βάση τα κείμενα του Θουκυδίδη, του Ισοκράτη, του Δημοσθένη και του Ηρόδοτου.


Η διερεύνηση του παρελθόντος με τρόπο κριτικό και συλλογιστικό ήταν κι αυτή, στη σύλληψή της, μια ελληνική πρωτοβουλία. Πρωτοπόρος αυτού του εγχειρήματος υπήρξε ο Ηρόδοτος από την Αλικαρνασσό. Ένας αεικίνητος ταξιδιώτης γεννημένος σε μια ελληνική πόλη που βρισκόταν στον έλεγχο των Περσών.

Ο Ηρόδοτος δεν είχε την πρόθεση να χαράξει μια μυθική γενεαλογία ούτε να συνθέσει μια εποποιία, αλλά να καταλάβει τις αιτίες που είχαν διαμορφώσει την εποχή του και τον λόγο που τον οδήγησε στην εξορία: να συνειδητοποιήσει δηλαδή την πραγματική προέλευση της σύγκρουσης μεταξύ Ελλήνων και Βαρβάρων.

Γι’ αυτό άρχισε να ταξιδεύει στη Μεσόγειο και να επιζητά διακαώς απευθείας μαρτυρίες από παρόντες στα γεγονότα μάρτυρες και από τους διαδόχους τους.

Διέσχισε ερευνώντας τα νησιά του Αιγαίου, τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, την Αίγυπτο, τη Βαβυλωνία, την Τύρο, τη Νότιο Ιταλία, και σχεδόν όλη την Ελλάδα, ώσπου να ανασυνθέσει ό,τι είχε συμβεί στον κόσμο κατά τη διάρκεια της εποχής των τεσσάρων Περσών βασιλέων: του Κύρου, του Καμβύση, του Δαρείου και του Ξέρξη.


Με τη μακρά και ευσυνείδητη εργασία του, ο Ηρόδοτος επινοούσε κάτι νέο: την Ιστορία. Μια λέξη, που εμφανίζεται πρώτη φορά στο έργο του, σημαίνοντας επακριβώς «έρευνα».

Ο διανοητικός μόχθος άσκησε τον Ηρόδοτο στην ανεκτικότητα. Αυτός είναι ο περίφημος όρμος του Μαραθώνα (βλ. βίντεο) που εκτυλίχθητε η σκηνή της Μεγάλης μάχης μεταξύ των Ελλήνων και Περσών που αφηγήθηκε ο ιστορικός.


Η Ιστορία που μας άφησε κληρονομιά ο Ηρόδοτος είναι δοσμένη χωρίς οξυθυμία αλλά με ενσυναίσθηση. Είναι καρπός μιας οπτικής σεβασμού και ανεκτικότητας προς όλους τους λαούς και προς τις συνήθειές τους, καρπός ενός ανοιχτού πνεύματος.

Από την άλλη καταδικάζει σταθερά τον πόλεμο, όπως και συμπάσχει με τα βάσανα και τις κακοτυχίες και των δύο πλευρών.

Σε αυτόν τον καλαμιώνα (βίντεο 20:38) πέθαναν παγιδευμένοι πάνω από 6 χιλιάδες Πέρσες΄ κάτω από τούτο τον τύμβο του Μαραθώνα (βίντεο 20:46) κείτονται τα λείψανα των 192 Αθηναίων που έπεσαν σε κείνη τη μάχη.


«Στην ειρήνη η γιοί θάβουν τους πατεράδες, στον πόλεμο οι πατεράδες είναι εκείνοι που θάβουν τους γιους τους»: Αυτή η φράση του Ηρόδοτου, που τόσες φορές έχει επαναληφθεί, συμπυκνώνει τον αντιμιλιταρισμό και τη σύνεση, εργαλεία που άρχισε να γράφεται η Ιστορία.

Οι πρωταγωνιστές της Ιστορίας που έγραψαν ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Ξενοφώντας και ο Πολύβιος, δεν είναι οι μεμονωμένοι ήρωες, δεν είναι καν οι Έλληνες. Είναι οι άνθρωποι, όλοι οι άνθρωποι.

Σ’ αυτό οι ιστορικοί ακολούθησαν αυτή την οικουμενική γραμμή που είχε χαράξει ο Όμηρος και που ποτέ δεν θα εκλείψει από το ελληνικό πνεύμα.

Σε αυτή την οικουμενικότητα η Ιστορία με ένα άλλο ακόμα μεγάλο εύρημα των Ελλήνων: την Τραγωδία.


Αυτό είναι το θέατρο του Ελευθερίου Διονύσου(βίντεο 21:42): η πρώτη σκηνή των μεγάλων Τραγωδιών.

Η λέξη «θέατρο» σημαίνει «τόπος να βλέπεις». Το θέατρο δεν είναι μια πράξη που νοείται από τη σκηνή ή από την αναπαράσταση, αλλά από δω ψηλά απ’ τις κερκίδες όπου παρακολουθούσαν οι θεατές.

Από τον 5ο π.Χ. αιώνα, η Ελλάδα γέμισε με θέατρα. Οι ιστορίες που παρουσιάζονταν σε αυτά ήταν διασκευές αρχαίων γνωστών μύθων.

Η πλοκή μάλλον δεν συνέφερε κάτι νέο. Το σημαντικό ήταν να βλέπεις τους ήρωες μόνους την ώρα της απόφασής τους, να βλέπεις από αυτές τις σιωπηλές κερκίδες πώς ο ήρωας αποτιμά τις πράξεις του εσωτερικά, να νιώθεις μαγεμένος από αυτό το κάλεσμα στη γενναιότητα, υπό την αδυσώπητη δύναμη της μοίρας και την ανυπάκουη και απρόβλεπτη ύλη με την οποία μας έπλασαν οι Θεοί.

Η τραγωδία παρουσιάζει τη σύγκρουση αλλά δεν τη λύνει΄ γι’ αυτόν το λόγο αποτέλεσε σχολή νόησης και δημοκρατίας.


Κι άλλοι λαοί διέθεταν το αφηγηματικό υλικό των μύθων, αλλά δεν κατόρθωσαν να αποσπάσουν από αυτούς, ηθική σύγκρουση, όπως αυτή της Τραγωδίας.

Με άλλα λόγια, κι άλλοι λαοί μπόρεσαν αναμφίβολα να καταλάβουν την αγωνία ενός ανθρώπου που σκοτώνει τη μάνα του για να εκδικηθεί το θάνατο του πατέρα του, αλλά κανένας από αυτούς δεν έγραψε την Ορέστεια.


Οι Έλληνες μας άφησαν την τραγωδία αλλά και την κωμωδία και τη λυρική ποίηση και την επική ποίηση και την ιστορία, το δοκίμιο, το μυθιστόρημα, το διάλογο, το επίγραμμα, το εγκώμιο, το επιθαλάμιο ποίημα, την ερμηνευτική, την προπαιδευτική, τη χορογραφία.

Όλα τα λογοτεχνικά είδη μέσα από τα οποία ο πολιτισμός μας έχει εκφραστεί και εξακολουθεί να εκφράζεται είναι κληρονομιά από τους Έλληνες.

Η μεγάλη αξία εκείνων των ανθρώπων έγκειται ότι σε όλα τα πεδία κωδικοποίησαν ότι φαντάστηκαν και το έκαναν αριστοτεχνικά. Γι’ αυτό και όσοι ακολούθησαν έπρεπε να αναφερθούν σε εκείνους, να προσπαθήσουν να προοδεύσουν σε σχέση με εκείνους. Αυτή είναι μια ακλόνητη αλήθεια που χαρακτηρίζει τον παγκόσμιο πολιτισμό.


Η λογοτεχνία, η ιστορία, η πολιτική, οι νόμοι και η επιστήμη, αναπτύχθηκαν γραπτώς από τους Έλληνες, αλλά αυτό το σημείο εκκίνησης δεν θα είχε καταστεί ποτέ δυνατό χωρίς το θαυμάσιο εύρημα του πρώτου πλήρους φωνητικού αλφαβήτου, του εργαλείου που κατέστησε δυνατή τη μεταφορά της φωνής στη σιωπή της ματιάς.

Αυτό το εγχείρημα ποτέ δεν θα είχε ενεργοποιηθεί χωρίς αυτά τα μικρά και εύθραυστα ξυλαράκια, χωρίς αυτά τα «φωνήεντα και έμφρονα δώρα» που ο Κάδμος χάρισε στην Ελλάδα.

Αν τα λατινικά έπαψαν μια μέρα να είναι μια άγραφη γλώσσα οφείλεται στο ότι πήραν τα γράμματα από τους Έλληνες που βγήκαν από τούτο (βίντεο 24:47) το λιμάνι της Εύβοιας, και αν οι δυτικές γλώσσες ξεκίνησαν μια μέρα να γράφονται και να εξελίσσονται, οφείλεται επίσης στο ότι δέχτηκαν την κληρονομιά εκείνου του αλφαβήτου.

Ένας ανυπολόγιστος αριθμός λέξεων και αφηρημένων εννοιών με τις οποίες σήμερα εκφραζόμαστε, χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά στα ελληνικά: ιδέα, λογική, πρόβλημα, μέθοδος, θεωρία, ανάλυση, σύστημα, σύμβολο, φράση, διάλογος, διαλεκτική, ηθική, πολιτική, μηχανή, ενέργεια, μυστήριο, μέτρο, μουσική, μελωδία, ρυθμός, αρμονία.

Πώς θα ήταν ο κόσμος αν δεν είχε υπάρξει αυτή η γλώσσα; Αναμφίβολα πολύ πιο βάναυσος και σκοτεινός απ’ ότι είναι σήμερα, όσο δύσκολο είναι να το φανταστούμε.


Η Ελλάδα μας έδωσε την πρώτη ύλη της σκέψης μας. Γιατί «σκέφτομαι» δεν σημαίνει παρά συσχετίζω έναν κόσμο εικόνων, αισθήσεων και λέξεων΄ συνδυάζω απεριόριστα μια απέραντη συλλογή μικρών κομματιών που παραδόξως φέρουν τυπωμένη την ελληνική σφραγίδα.

Η γλώσσα που εδώ και 3500 χρόνια αντηχεί αδιάκοπα σε τούτα τα τοπία (βίντεο 25:31) είναι η μητέρα γλώσσα της αφηρημένης σκέψης, η μητέρα όλων των φωνητικών μας αλφαβήτων, η πρώτη lingua franca, η πιο παλαιά από τις ζωντανές σε προφορική και γραπτή παράδοση, η πρώτη σε λογοτεχνική και ιστορική επιρροή, η γλώσσα με την πρώτη γραμματική και τον πρώτο μεταγλωσσικό συλλογισμό.


Και αν πρέπει να κρίνουμε από την τεράστια επιρροή που έχει ασκήσει και ασκεί ακόμα πάνω στις υπόλοιπες, η ελληνική γλώσσα, είναι η πιο ζωντανή γλώσσα του κόσμου.

Πιθανώς, οι Έλληνες να μην ήταν πρώτοι σε όλα, αλλά σίγουρα ήταν οι πρώτοι που μας μίλησαν συστηματικά για όλα.

Τα γραπτά τους είναι η πιο παλαιά και πλήρης καταχώρηση της ανθρώπινης σκέψης και γνώσης, μια καταχώρηση που ακόμα δεν έχει κατανοηθεί πλήρως και που, εκτός του ότι εμπνέει το παρόν, θα ρίξει κάποια μέρα φως πάνω σε προγενέστερα στάδια του κόσμου, πάνω σε απώτερες γνώσεις των οποίων οι Έλληνες υπήρξαν κομιστές.


Η ιατρική, η φυσική, η επιστήμη και η τεχνολογία, άφησαν τις πρώτες ανεξίτηλες μαρτυρίες τους στα γραπτά των Ελλήνων.

Αυτή είναι η πατρίδα του Πυθαγόρα, του Αρχιμήδη, του Ευκλείδη, του Ερατοσθένη και τόσων άλλων που αποδέχτηκαν την πρόσκληση, τού να προσπαθήσουν να καταλάβουν τα «γιατί» της φύσης.

Σήμερα εξακολουθούμε να ονομάζουμε τα φυτά και τα ζώα με τα ίδια ονόματα που τα κατηγοριοποιούσαν ο Αριστοτέλης, ο Θεόφραστος, και ο Διοσκουρίδης.

Εδώ και τέσσερις αιώνες ο Κοπέρνικος και ο Κέπλερ υποσκέλισαν το γεωκεντρικό σύστημα το λεγόμενο «του Πτολεμαίου», που είχε επικρατήσει για χίλια πεντακόσια χρόνια, αντικαθιστώντας το με ένα άλλο, ηλιοκεντρικό, που παραδόξως έμοιαζε με εκείνο που είχε περιγράψει ο Αρίσταρχος ο Σάμιος τον 3οπ.Χ. αιώνα.


Σε τούτο το βουνό κοντά στην Επίδαυρο (βίντεο 27:23) γεννήθηκε ο Ασκληπιός, ο ήρωας θεραπευτής, και στα ιερά του Ασκληπιού γεννήθηκε η επιστήμη της ιατρικής συνδεδεμένη με την αναζήτηση της αρμονίας με τη φύση και το Θείο.

Ο πρώτος που συνέθεσε ένα σύνολο επιστημονικών πραγματειών αντιμετωπίζοντας τη νόσο ως φυσιολογικό φαινόμενο, υπήρξε ο Ιπποκράτης, ένα ανήσυχο πνεύμα από την Κω, που άνοιξε δρόμο σε μια νέα τέχνη «μακρά για ένα βίο βραχύ».

Από τα ονόματα εκείνων που τον ακολούθησαν θυμόμαστε κυρίως τον Δημοκήδη ιατρό του Πέρση βασιλιά Δαρείου, τον Διοκλή μέγα μελετητή της ανατομίας, τον Πραξαγόρα πρόδρομο στη μελέτη του αγγειακού συστήματος, τον Ηρόφιλο ερευνητή της φυσιολογίας του εγκεφάλου, του ματιού και των γεννητικών οργάνων, τον Ερασίστρατο που μελέτησε τις λειτουργίες των νεύρων και τον κύκλο του οξυγόνου στο αίμα, τον Διοσκουρίδη πατέρα της φαρμακοποιίας, και τον ίδιο τον Αριστοτέλη και τον ανεπανάληπτο Γαληνό.


Φαίνεται απίστευτο αλλά για περισσότερα από 2000 χρόνια, η ιστορία της ιατρικής δεν ήταν παρά η αδιάκοπη διαδικασία ανάγνωσης, σχολιασμού, μετάφρασης και πειραματισμού των γνώσεων αυτής της χούφτας Ελλήνων που είδαν τον άνθρωπο ως μια φύση προσιτή στη λογική.

Ελληνική υπήρξε η ιατρική της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και ελληνικές οι παγανιστικές γνώσεις που έφτασαν σε αυτή τη μακρινή πόλη Χαρράν (βίντεο 28:47) στο ξακουστό νοσοκομείο της Gundisapur στον οίκο της Σοφίας στη Βαγδάτη και στην υποδειγματική “Civitas Hippicratica” του Σαλέρνο.

Ο Ibn Isaaq και ο Ibn Qurra υπήρξαν Έλληνες στην καταγωγή και στο πνεύμα, οι οποίοι μετέφρασαν στη συριακή και στην αραβική γλώσσα τα έργα του Ιπποκράτη, του Δυοσκουρίδη και του Γαληνού, τα έργα του Ευκλείδη, του Αριστοτέλη και του Πτολεμαίου, που έφτασαν αργότερα στην Κόρδοβα και στο Τολέδο.


Οι βιβλιοθήκες του Μεσαίωνα γεννήθηκαν από την ανάγκη δημιουργίας ενός πολιτισμού ικανού να αντιταχθεί στον παγανισμό, και από τη φωτισμένη προσπάθεια κάποιων να διασώσουν τη γνώση των Αρχαίων.

Οι Ακαδημίες της Αναγέννησης γεννήθηκαν από την ανάμνηση και την άμιλλα της αθηναϊκής Ακαδημίας και του αθηναϊκού Λυκείου.

Εάν ο θεοκεντρισμός, ο σκοταδισμός και το δόγμα δεν είχαν υποσκάψει τα θεμέλια του ελληνικού πνεύματος η επιστήμη θα ήταν σήμερα τουλάχιστον χίλια χρόνια μπροστά, και εκατομμύρια ανθρώπων δεν θα είχαν πεθάνει από τα χέρια του φανατισμού και της άγνοιας.


Η προσπάθεια κατανόησης της ζωής και της φύσης, πήγαζε στην Ελλάδα, από την αγάπη και για τις δύο.

Από αρχαιοτάτων χρόνων οι Έλληνες γιόρταζαν σε επαφή με τη φύση την αστείρευτη δύναμη της ζωής.

Αυτό το αρχαιότατο στάδιο (βίντεο 30:31) ξεχασμένο σήμερα στην κορυφή του Λυκαίου όρους στην Αρκαδία, μας ταξιδεύει σε μια μακρινή εποχή όταν νέες και νέοι στο άνθος της ηλικίας τους συναγωνίζονταν για ένα συμβολικό βραβείο φυτικής προέλευσης.

Εκείνοι οι πρωτογενείς εορτασμοί, στους οποίους ο εκλεγμένος ενσάρκωνε την αναζωογονητική δύναμη της φύσης, αποτέλεσαν τον σπόρο των γυμναστικών αγώνων και των πανελλήνιων γιορτών, τη μακρινή προέλευση του δικού μας σύγχρονου και αμφισβητούμενου αθλήματος.

Γι’ αυτούς που έτρεχαν σε εκείνα τα στάδια ή για εκείνους που παρακολουθούσαν καθισμένοι στα χόρτα το σώμα δεν ήταν ακόμα το «ειδεχθές ένδυμα της ψυχής» όπως κατέληξε να δηλώσει ο άγιος Γρηγόριος ο Μέγας, ξεχνώντας ίσως πως ο θεός των Χριστιανών ενσαρκώθηκε.


Οι Έλληνες εξύμνησαν το κάλος, το σώμα, τον έρωτα και τον ερωτισμό, και μακριά από τη σεμνοτυφία και την ταπείνωση απέκτησαν έναν πολιτισμό πρόσχαρο και αθώο.

Ανάμεσα στα ερείπια του ναού της Ήρας στην Ολυμπία (βίντεο: 31:19) δίπλα στο αρχαίο στάδιο το καλυμμένο από τις λάσπες του ποταμού Αλφειού φανερώθηκε πριν από έναν αιώνα και κάτι ο Ερμής του Πραξιτέλη (βίντεο 31:23) το υπέροχο άγαλμα του Έλληνα γλύπτη του οποίου τα έργα τόσο θαυμασμό είχαν προκαλέσει σε γενιές καλλιτεχνών μόνο μέσα από άτεχνα ρωμαϊκά αντίγραφα.

Δίπλα στα σπίτια του χωριού Κλίμα, ένα άροτρο έβγαλε μια μέρα στο φως (βίντεο 31:39) την περίφημη Αφροδίτη της Μήλου.

Και τα δυο γλυπτά, λευτερωμένα από τη λάσπη μας μιλούν για το ίδιο μας το σώμα με έναν θαυμασμό και μια λεπτότητα που δεν γνώρισαν οι μακριοί αιώνες που ακολούθησαν από την εξαφάνιση αυτών των αγαλμάτων.


Παράλληλα με τη γλυπτική, η μεγάλη ελληνική αρχιτεκτονική γεννήθηκε από την επιθυμία να υποταχθεί η ύλη και ο χώρος σε ένα νοερό κατασκεύασμα. Όπως έπραξε ο μύθος επιχείρησε και αυτή να ενσωματώσει σε ένα δημιούργημα τον άνθρωπο, τη φύση και το Θείο.

Και ανέπτυξε γι’ αυτόν το σκοπό ένα εργαλείο με τόση ακρίβεια και λεπτότητα όπως και η μουσική, αλλά πιο αινιγματικό, αν μη τι άλλο, επειδή έβρισκε έκφραση στη σιωπή: τη γεωμετρία.

Οι Έλληνες εξύψωσαν τη γεωμετρία από το εμπειρικό σχοινί που μετρούσε τα χωράφια, ως την απόλυτη μαθηματική αφαίρεση. Κάθε δωρικός σφόνδυλος είναι απόδειξη αυτού του επιτεύγματος.


Κάθε δωρικός σφόνδυλος είναι απόδειξη αυτού του επιτεύγματος. Στις αναλογίες του εμπεριέχεται ολόκληρος ο ναός.

Ολόκληρος ο ναός μπορεί να ανασυγκροτηθεί με βάση ένα σφόνδυλο, χάρις στη γεωμετρία που τον εμπνέει και που αντικατοπτρίζει την ίδια αρμονία παρούσα επίσης στο ανθρώπινο σώμα, στη δομή των φυτών, σε αυτή του σύμπαντος.

Ο Ευκλείδης και η σχολή του διατύπωσαν αυτές τις αρχές συστηματικά, με τόση πειθώ που το έργο του μεταδόθηκε ανέπαφο ως τον 19ο μ.Χ αιώνα, και ολοκληρώθηκε μόλις τον 20ο.

Η αρχιτεκτονική, η μηχανική, η φυσική, η αστρονομία, η τοπογραφία, η χαρτογραφία, η ναυτική τέχνη και πολλές άλλες ειδικότητες, αναπτύχθηκαν πάνω στα στοιχεία της Ευκλείδειας γεωμετρίας.

Η σύγχρονη υπερβολική γεωμετρία και η σύγχρονη ελλειπτική γεωμετρία επεκτείνουν σήμερα το πεδίο αυτής της επιστήμης, αλλά δεν παύουν να ορίζονται σε σχέση με την ευκλείδεια γεωμετρία.

Αυτοί οι πεσμένοι κίονες και ογκόλιθοι (βίντεο 33:32) αυτές οι κολώνες που σήμερα κείτονται στη λάσπη ή ξεφυτρώνουν μες στη βλάστηση δεν ήταν τότε μνημεία αλλά χώροι ζωής. Δημόσιοι χώροι όπου η ομορφιά ήταν μια αξία που αναζητούσε έκφραση μέσα από την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική και τη ζωγραφική.

Αυτές οι κολώνες υποβάσταζαν και σχημάτιζαν αρμονικές στοές, πάνω σε αυτά τα βάθρα υψώνονταν κάποτε ωραία αγάλματα.


Η αιτία που σε μεταγενέστερους σκοτεινούς καιρούς γκρεμίστηκαν οι ναοί, σβήστηκαν οι ζωγραφιές και έγιναν ασβέστης τα αγάλματα, είναι ότι θύμιζαν το ανθρώπινο μέτρο, ότι καλλιεργούσαν γνώσεις που είχαν ως αντικείμενο τον άνθρωπο στον κόσμο.

Πολλοί Έλληνες που ονομάζονταν περιφρονητικά ειδωλολάτρες διώχτηκαν ή μαρτύρησαν απλώς επειδή βρέθηκαν στην κατοχή τους βιβλία ή αγάλματα.

Σήμερα όμως τα λόγια του Περικλή προς τους Αθηναίους μας φαίνονται ωραία και καθόλου κατακριτέα:

- «Αγαπάμε την ομορφιά χωρίς να εγκαταλείπουμε την απλότητα».

- «Αγαπάμε τη γνώση χωρίς αυτή να μας κάνει μαλθακούς»

Κάπως έτσι θα μπορούσε να συνοψιστεί η στάση του ελληνικού πνεύματος.

Έτσι και μέσα από τα αποφθέγματα που για αιώνες βρίσκονται χαραγμένα εδώ(βίντεο 34:48) πάνω στο ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς, για να υπηρετούν τις παρούσες και τις μελλοντικές γενιές:

- “Τίποτα σε υπερβολή («Μηδέν άγαν»)”

- «Παν μέτρον άριστον»

- “Γνώριζε τον εαυτό σου (“γνῶθι σ’αὐτόν”)”


Με τη μετριοπάθεια και την αναζήτησή τους, εκείνα τα γενναία πνεύματα προσπάθησαν να οικοδομήσουν ένα νέο κόσμο, απαλλαγμένο από το δόγμα, και αντικείμενο της αμφισβήτησης, της ηθικής, της αισθητικής, ευνομούμενο και ελεύθερο.

Και μπορούμε να πούμε ότι δεν το κατόρθωσαν πλήρως, ότι δεν υπήρξαν τέλειοι, αλλά επίσης δικαίως μπορούμε να πούμε ότι ποτέ δεν απέτυχαν επειδή ποτέ δεν εγκατέλειψαν την αναζήτηση.

Ασφαλώς, όχι τα πάντα στην Ελλάδα υπήρχαν φωτεινά και ανέφελα. Η ιστορία της όπως και όλων των λαών βρίθει χειρονομιών αλαζονείας, παραλογισμού, ακόμα και βαρβαρότητας.

Ωστόσο από εκείνη την ομίχλη κατάφερε να ορθωθεί ένα πνεύμα ικανό να σαγηνεύσει τους πιο γενναιόψυχους και ευσυνείδητους ανθρώπους όλων των εποχών.


Το Ανθρωπιστικό πνεύμα: η έγνοια για τον άνθρωπο στον κόσμο, η εμπιστοσύνη στην ικανότητα και στη συνείδησή του, για να επιλέγει ελεύθερα το καλό, και η προσπάθεια για την υπεράσπιση της αξιοπρέπειας του κάθε ατόμου, απέναντι ακόμα και στα κατώτερα φυσιολογικά ένστικτα του είδους του.

Αυτή η ουμανιστική στάση που ασφαλώς δεν είναι αποκλειστικά ελληνική, και μάλιστα προδόθηκε επανειλημμένα από τους ίδιους τους Έλληνες, αναμφίβολα όμως επινοήθηκε, καλλιεργήθηκε, υποστηρίχτηκε και ανακτήθηκε ξανά και ξανά κατά τον ρου της ιστορίας, ανατρέχοντας προπαντός στο ελληνικό στοιχείο.

Αυτή η ουμανιστική στάση οφείλει πολλά στην Ελλάδα αλλά αληθεύει επίσης ότι και η εικόνα της Ελλάδας οφείλει πολλά σε αυτή την ουμανιστική στάση.


Η Ελλάδα ως ιδεώδες είναι μια πνευματική πατρίδα αιώνιας νεότητας, μια δημιουργία εν τω γίγνεσθαι, μια ανοιχτή πρόκληση που διατρέχει την ιστορία σαν διαρκής επανάσταση ή ακόμα περισσότερο σαν διαρκής σαγήνη προς το καλύτερο.

«Αιέν αριστεύειν» (= να προσπαθείς πάντα να κάνεις το άριστο) βάζει ο Όμηρος να λένε οι ήρωές του.

Όπως είναι επόμενο τούτη ήταν ανέκαθεν η στάση των ολίγων, μια πράξη αντίστασης σε ένα αντίξοο και βάρβαρο περιβάλλον.

Ωστόσο, κάθε φορά που έλαμπε στο πέρασμα του χρόνου εν μέσω της αυθαιρεσίας, της υπερβολής και του σκοταδισμού, η ανθρωπότητα έκανε ένα βήμα προς τη σύνεση, προς το μέτρο, προς την αξιοπρέπεια του ανθρώπου πέρα από συμφέροντα και πιστεύω.

Φυσικά δεν είναι βέβαιο πως αυτή η κοπιαστική ουμανιστική στάση θα θριαμβεύσει τελικά έναντι της αυθαιρεσίας και της βαρβαρότητας.


Είναι όμως απολύτως βέβαιο πως η αυθαιρεσία και η βαρβαρότητα θα επικρατήσουν με μεγαλύτερη δυσκολία ανάμεσα σε όσους έχουν υιοθετήσει αυτή τη στάση, παρά ανάμεσα σε όσους την αγνοούν ή την περιφρονούν.

Αυτά μας έχει αφήσει η Ελλάδα, μαζί με την πρόκληση να μην είμαστε μόνο κληρονόμοι αλλά και συνεχιστές.

Να μη μείνουμε στα χνάρια των Αρχαίων αλλά να αναζητήσουμε αυτό που εκείνοι αναζητούσαν.


Κάποιες φορές περπατώντας ανάμεσα στις ελιές και στα ερείπια αυτής της χώρας αναρωτήθηκα τι θα έμενε από τον πολιτισμό μας αν έσβηνε από αυτόν το ελληνικό στοιχείο, πως θα ήμασταν αν στερούμασταν όχι μόνο αυτό το απέραντο κληροδότημα αλλά και τούτη τη γενναία ώθηση που κινεί ανέκαθεν το ενδιαφέρον προς τον άνθρωπο. Και αντικρίζω τότε ένα απέραντο κενό.

Τα ερείπια μάς κάνουν να συνειδητοποιούμε πόσο εύθραυστος είναι ο πολιτισμός, μας υπενθυμίζουν πως οι κατακτήσεις του είναι εφήμερες, ότι πρέπει να τις υπερασπιζόμαστε κάθε μέρα που ξημερώνει, και ότι ο μόνος εφικτός και άξιος του ονόματός του πολιτισμός είναι εκείνος που ενώνει τους ανθρώπους ενάντια στη βαρβαρότητα.


Όλα τα παραπάνω μας προτρέπουν κατά κάποιον τρόπο να συνειδητοποιήσουμε αυτά που θα χάναμε αν αποκηρύτταμε το ελληνικό στοιχείο που κουβαλάμε μέσα μας.

Και για όσους νομίζουν ότι δεν είναι κάτι το σπουδαίο επιδιώκοντας να μας ελαφρύνουν από αυτό το «νοσταλγικό φορτίο», τους ρωτώ:

Αν αποκηρύτταμε το ελληνικό στοιχείο τι θα κερδίζαμε; Θα μπορούσε αυτή η απώλεια να δικαιολογηθεί και να αντισταθμιστεί από την προοπτική κάποιου ενδεχόμενου κέρδους;

Στο όνομα τίνος προτείνεις την ταφή του Ελληνισμού;


Ειλικρινά πιστεύω, πως αυτό που κάνει έναν πολιτισμό μεγάλο είναι η ικανότητά του να εξελίσσεται και να εμπνέει κάτι το καινούργιο. Κι αυτό ακριβώς μας έχει αφήσει η Ελλάδα.
Η Ελλάδα είχε τον πιο εμπνευστή πολιτισμό τον περισσότερο και καλύτερα κωδικοποιημένο πολιτισμό.
Έδωσε μορφή πολιτισμού σε φυσικές αλήθειες, μας άφησε το μύθο, διδάσκοντάς μας μια στάση ταπεινή και ανεκτική απέναντι στο μυστήριο.
Μας άφησε τη δημοκρατία και τα ιδανικά της ελευθερίας και της ισότητας.
Μας άφησε την κοινωνία των πολιτών, την πολιτική, την ηθική, την ιστορία και τη λογοτεχνία.
Μας άφησε το αλφάβητο και τη βασική δομή της σκέψης μας.
Μας εκπαίδευσε στην ομορφιά.
Μας άφησε την επιστημονική στάση, την ανθρώπινη στάση, την πνευματική πατρίδα.
Σμίλεψε την ψυχή του δίκαιου και ελεύθερου ανθρώπου, και μας έδειξε σωστά αυτό το δρόμο.
Η Ελλάδα ως κληρονομιά, ως πρόκληση και ως θέληση, ανέκαθεν μας ωθούσε στο να γίνουμε καλύτεροι.

Και ξεχνώντας την, αφαιρώντας από τις επερχόμενες γενιές την ευκαιρία να γνωρίσουν το κληροδότημά της και τη στάση της, θα ελαχιστοποιήσουμε την πιθανότητα να οικοδομηθεί μελλοντικά ένας κόσμος διαφορετικός, κάτι που να μην είναι απλώς το διεστραμμένο προϊόν της καταπίεσης και του ψεύδους.


Γι’ αυτό, η Ελλάδα.

Για όλα αυτά τα αγαθά, η Ελλάδα.

Και γιατί κάθε βήμα που έκανε ο άνθρωπος προς τον πολιτισμό τον κατέστησε οφειλέτη της Ελλάδας.-»



*Κειμενοποίηση υπότιτλων βίντεο – της οπτικοακουστικής διάλεξης τουΠέδρο Ολάγια, με τίτλο «Γιατί η Ελλάδα;», εκφωνημένη στην Ημερίδα Κλασσικού Πολιτισμού του Σαγούντο, Ισπανία, 17 Νοεμβρίου 2012, με αφορμή την πρόταση κατάργησης του μαθήματος των ελληνικών στην ισπανική εκπαίδευση.

Αφιερωμένη σε όλους τους εκπαιδευτικούς:

«Ουδέ κρυπτόν υπό τον ήλιον» - Οι περικοπές στην εκπαίδευση –και μάλιστα στις ανθρωπιστικές σπουδές- δεν στοχεύουν ποτέ στην εξοικονόμηση πόρων, αλλά στην υπονόμευση της όποιας αντικαθεστωτικής σκέψης.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου