Οι εννιά στις δέκα πληροφορίες που κυκλοφορούν στο διδύκτιο είναι ψέμματα ή μισές αλήθειες. Η καταγραφή τους βοηθάει στον έλεγχο και στο ξεσκαρτάρισμα.

Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

Αυτή η χώρα είναι η Γη των Ελλήνων



Δε χωράει στο ψέμα η αλήθεια… Ούτε το φως στο σκοτάδι…
Δε φτάνει ο κίβδηλος λόγος να δαμάσει τα αφηνιασμένα άλογα, να γητέψει τα τρομοκρατημένα όνειρα.
Με το πηχτό σκοτάδι να απλώνεται στη νεκρική κοιλάδα των μοιραίων και των δοσίλογων, οδοιπορούμε την οδό του μαρτυρίου.
Σε κάθε σταυροδρόμι το εκτελεστικό απόσπασμα των τοκογλύφων, σε κάθε ανηφοριά οι φονιάδες της ιστορίας υψώνονται φαντάσματα δυσθεώρητα με μάτια κόκκινα, με στόματα γλοιώδη και λαίμαργα.
Μας εκφοβίζουν, μας τρομοκρατούν…

Μας πυροβολούν με λόγους δόλιους από τις τηλεοπτικές οθόνες τα αδειανά κουστούμια και τα παραγεμισμένα στόματα.
Μας φτύνουν οι αρουραίοι των εφημερίδων, οι αρθρογράφοι του μεγάλου κενού, οι εθνοφθόροι και οι Ελληνόφοβοι.
«Θέμα χρόνου» αποφαίνονται οι ειδήμονες με τους υπερσύγχρονους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τα ατσαλάκωτα κουστούμια και τα αρπακτικά χέρια που στάζουν αίμα.
Καλά κρατεί ο χορός των κερδοσκόπων και των εφιαλτών…το πανηγύρι της εκφοράς των ελπίδων και των οραμάτων.
Η μεγάλη ομήγυρη των αδημονούντων την απώλεια του έθνους των ανυπότακτων έχει κιόλας παραταχθεί με κάθε επισημότητα για να παρακολουθήσει το μεγάλο θέαμα.
Ο δήμιος με την κουκούλα, τις πλαδαρές σάρκες και τα διάστικτα μπράτσα με τα φασιστικά σύμβολα, αναμένει το νεύμα του «Μεγάλου Στοχαστή». Κι ο «Μεγάλος Οπισθοδρομιστής» ετοιμάζεται να γυρίσει το ρολόι της ιστορίας τριάντα χρόνια πίσω.
Δεν επιθυμούν να πιστέψουν οι εξαγορασμένοι, οι υπόδουλοι και οι ματαιόδοξοι στη μεγάλη στρατιά των αρίστων της ιστορίας, των λαμπρών δημιουργών, των ποιητών, των αγωνιστών της ζωής, των εργατών, των καλλιτεχνών, των ανθρώπων της τίμιας δουλειάς και του πνεύματος. Ότι είχαν να κλέψουν το έκλεψαν, ότι είχαν να προσβάλουν το πρόσβαλαν, ότι είχαν να ατιμάσουν το ατίμασαν. Ήρθε η ώρα να πετάξουν το αποστεωμένου κουφάρι του λαού στη χωματερή της εξαθλίωσης και της απέραντης θλίψης. Ήρθε ή ώρα να ανοίξουν τις πόρτες σε κυνηγούς κεφαλών, σε ζόμπι που τρέφονται με σάρκες ανθρώπινες και αίμα ζεστό…
Έτσι πιστεύει ότι μπορεί να ανταποκριθεί στα κελεύσματα των καιρών ο «Μεγάλος Στοχαστής», ο δειλός πολεμιστής με τη λερωμένη σκελέα, ο αποτυχημένος ταχυδακτυλουργός με τα τρεμάμενα δάχτυλα και το θολωμένο μυαλό, ο θλιβερός ψεύτης, ο αμήχανος Οδυσσέας που ούτε ταξίδι, ούτε Ιθάκη του απέμεινε, παρά μόνο η χλεύη των ανθρώπων και της ιστορίας.
Ημέρα σκότους η μέρα που ξημερώνει…
Έκπληκτα τα μάτια της ιστορίας βλέπουν τη λαίλαπα να πλησιάζει.
Έντρομοι οι ένοχοι χειρουργοί βιάζονται να επικαλύψουν με το σεντόνι της υποταγής και της ανικανότητας το κέρινο πρόσωπο της ναρκωμένης πατρίδας.
Βιάζεται το τσούρμο των θρασύδειλων και των μισαλλόδοξων να τελειώνει μια και καλή με το γένος των αδάμαστων. Το βιβλίο που λέγεται Ελλάδα πρέπει να κλείσει, η σπορά να νοθευτεί, ο αγρός με τα γεννήματα να καταλειφθεί από αγριόχορτα και ζιζάνια και ακόμα μια «χαμένη πατρίδα» να προστεθεί στις τόσες χαμένες.
Δεν πρέπει ούτε νερό για τα διψασμένα χείλη να περισσέψει, ούτε φαί για τους πεινασμένους την περηφάνια και την αξιοπρέπεια.
Ακούστε ράκη ανθρώπινα, ξεχειλωμένα μυαλά, και κοιμισμένες συνειδήσεις…
Ακούστε υπερφίαλοι αγορητές του θράσους και της ανοησίας…
Ακούστε κύμβαλα αλαλάζοντα, σπιθαμιαίοι διανοητές και προσκυνημένοι υπηρέτες των ξένων συμφερόντων…
Ακούστε πουλημένα τομάρια…
ΑΥΤΗ Η ΧΩΡΑ ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΙ ΕΠΙΤΗΡΗΤΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΙΤΑ.
ΑΥΤΗ Η ΧΩΡΑ ΕΙΝΑΙ Η ΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΘΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΟΥΜΕ… ΜΕ ΤΟ ΑΙΜΑ ΜΑΣ.

Βασίλης Ν. Τριανταφυλλίδης
(Χάρρυ Κλυνν)

 http://harryklynn.blogspot.gr
Περισσότερα... »

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012

Η ώρα της μεγάλης κρίσης για τον Ελληνισμό



Σ. Καργάκος: "Βρισκόμαστε σε συνθήκες πολέμου. Τίθεται πλέον θέμα εθνικής –και όχι μόνον- επιβιώσεως."



(Διάλεξη του φιλολόγου, συγγραφέα και αναλυτή κ. Σαράντου Καργάκου, στη Λευκωσία, στα πλαίσια εκδήλωσης που διοργάνωσε το Ινστιτούτο Ελληνικού Πολιτισμού με θέμα “Ο Ελληνισμός σε κρίση - Συνταγή Απεγκλωβισμού”)




Ας ξεκινήσουμε, αγαπητοί, από ένα εξορκισμένο σήμερα «εθνικιστή» ποιητή που κάποτε τολμούσαμε να θύμε πρώτο εθνικό μας ποιητή, τον Διονύσιο Σολωμό. Γράφει στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους»:




«Ἀραπιᾶς ἄτι, Γάλλου νοῦς, βόλι Τουρκιᾶς, τόπ’ Ἄγγλου πόλεμος μέγας πολεμᾶ βαρεῖ τό καλυβάκι...»




Εννοείτε ασφαλώς ποιο είναι το καλυβάκι στον παρόντα καιρό. Όχι η Ελλάς ή η προέκτασή της η Κύπρος, αλλά σύμπας ο Ελληνισμός. Ο Ελληνισμός μετά τις εξάρσεις του στον πόλεμο του ’40-’41, με την αντίστασή του κατά των αρχών Κατοχής,


με τον ενωτικό αγώνα της Κύπρου (μια δράκα μαχητές κατά μιας αυτοκρατορίας) αποτελούσε κακό παράδειγμα για τους λοιπούς λαούς. Κακό παράδειγμα υπήρξε και με την Επανάσταση του ’21 που διέλυσε τον ιστό της υποταγής που είχε επιβάλει η Ιερά Συμμαχία. Όταν το 1830 έκλεινε η αυλαία της Ελληνικής Επαναστάσεως άνοιγε η αυλαία των ευρωπαϊκών επαναστάσεων.



Γι’ αυτό ο ανυπότακτος, ο απειθάρχητος, ο μη συμμορφούμενος «τοῖς ξένων ρήμασι» λαός, ο δάσκαλος του απροσκύνητου ήθους έπρεπε να χτυπηθεί στις ρίζες, στις πνευματικές και ιστορικές καταβολές του. Το σχέδιο ετοιμάστηκε την επαύριο του Πολυτεχνείου. Αλλ’ ο λαός αυτός έπρεπε να υποστεί δύο στρατιωτικά πλήγματα για να συνετισθεί.




Επτά χρόνια δικτατορίας δεν είχαν «σιδερώσει» το φρόνημά του. Έτσι ήλθαν το 1974 ο Αττίλας και μερικά χρόνια αργότερα η ασχήμια της Ύμιας. Κι έκτοτε άρχισε εν ονόματι ενός πολιτικού ρεαλισμού η χαλιναγώγηση του ελληνικού φρονήματος, η καταπτόηση, η τουρκοφοβία που τελικά – πάντα εν ονόματι του πολιτικού ρεαλισμού- μετεξελίχθηκε σταδιακά σε τουρκολατρία. Έχουμε εδώ μια κλασσική περίπτωση του «Συνδρόμου Στοκχόλμης», όπου το θύμα ερωτεύεται τον βασανιστή του.




Μετά την έκρηξη σε παγκόσμια κλίμακα του Ελληνισμού για το όνομα της Μακεδονίας, μια έκρηξη που κράτησε επί μία τριετία, έπεσαν πάνω μας «λυτοί και δεμένοι» να συμμαζευτούμε, να προσγειωθούμε, να σωφρονισθούμε. Έτσι επροκόψαμε. Σήμερα όχι η Ελλάς, αλλ’ ο Ελληνισμός, είναι παντού ντροπιασμένος. Χάσαμε όλες τις διπλωματικές μάχες, χάσαμε το επιχειρηματικό μας κεφάλαιο, χάσαμε την εργατικότητά μας, το εθνικό και το κοινωνικό μας φιλότιμο. Προτιμάμε πια την αγγλική ως γλώσσα και γραφή και όχι την ξεπερασμένη κι ατιμασμένη Ελληνική, τη μητέρα του ευρωπαϊκού γλωσσικού πολιτισμού.




Κι όλα αυτά πώς και γιατί; Έπρεπε και πρέπει να επιβληθεί το παγκόσμιο ολοκληρωτικό κράτος. Και οι λαοί, όπως γράφει ο Βάρναλης, να έχουν «μια σκέψη δετή που τους την πλάσανε οι δυνατοί». Χρειαζόταν, όμως, ένα κράτος – πειραματόζωο. Και σαν τέτοιο επιλέχτηκε όχι απλώς το ελληνικό κράτος, αλλά σύμπας ο Ελληνισμός. Με τρόπο μεθοδικό έσπασαν τις πνευματικές και ιστορικές μας ρίζες, απογύμνωσαν την ελληνική γλώσσα και γραφή από τις αρχέγονες καταβολές της, υποβάθμισαν τη σημασία του έθνους σαν τάχα μου φαντασιακή κατασκευή και παρουσίασαν έναν κατ’ όνομα ελληνικό κόσμο περίπου, όπως εμφανίζονται κατ’ όνομα εδώ και 50 χρόνια οι Σκοπιανοί.




Η σύγχρονη οικονομική κρίση είναι απότοκος της πνευματικής και ηθικής. Εξωπετάχθηκαν όλες οι προγονικές αξίες που δημιουργούσαν ανθρώπους αξίας και εν ονόματι ενός δάνειου πλούτου βουτηχτήκαμε στο βούρκο του ανιδανισμού, του αμοραλισμού, του καριερισμού και του πολιτικού οππορτουνισμού. Πολλοί που βιάζονται να ψάλλουν το requiem της Ελλάδος σιγομουρμουρίζουν «η Ελλάς εντάφῳ». Όχι!


Αν θέλουμε να είμαστε σωστοί πρέπει να πούμε «Η Ελλάς εν βούρκῳ». Και στο βούρκο έρριξαν την Ελλάδα όχι μόνον οι ανάξιοι πολιτικοί αλά και οι ανάξιοι πνευματικοί ταγοί της. Αυτοί που δημιούργησαν μια πνευματική ασφυξία στα σχολεία, στα πανεπιστήμια, στα «μίντια» και στην καλοπλασαρισμένη σκουπιδογραφία, έτσι που, όπως λέει στη «Χρονογραφία» του οΛεόντιος Μαχαιράς, «δέν ξέρουμε ἴντα συντυχαίνουμε». Δεν ξέρουμε τι μας γίνεται, quo vadimus, quid facimus(πού πάμε, τι πράττουμε).



Και στο παρελθόν η Ελλάς έπεσε αλλ’ ουδέποτε ξέπεσε. Γλιστρούσε αλλά δεν παραπατούσε, ούτε παραμιλούσε. Σήμερα μοιάζει με ξεπεσμένο φάντασμα και στο εξωτερικό προβάλλεται σαν χρεοκοπημένος διάβολος. Κι εμείς –πέρα από την οικονομική λεηλασία- ζούμε σε μια Ελλάδα χωρίς ελληνικότητα. Αυτοί που –κακῇ τῇ τύχῃ- πήραν στα χέρια τους τα άρμα της παιδείας, το οδήγησαν στην άβυσσο της ασυδοσίας και του μηδενισμού. Λείπει πλέον από τη ζωή μας ο πεπαιδευμένος άνθρωπος. Ο άνθρωπος με τη βαθειά καλλιέργεια, ο μορφωμένος με την πλήρη του όρου έννοια. Έγραφε προ 110 και πλέον ετών ο αοίδιμος Παπαδιαμάντης, που πέρσι τιμήσαμε υποτονικά τα 100 χρόνια από το θάνατό του: «Μορφωμένους θέλουμε· όχι εγγραμμάτους». Εγγραμμάτους, δηλαδή πτυχιούχους και πολυπτυχιούχους έχουμε πολλούς· μορφωμένους δεν έχουμε, δηλαδή ανθρώπους με άρτια μορφή. Έχουμε κλάσματα ανθρώπων που δεν είναι ικανοί να σηκώσουν ούτε το βάρος του παρελθόντος, ούτε τις ευθύνες του παρόντος και πολύ περισσότερο τις ευθύνες του μέλλοντος. Δεν έχουμε τους κατάλληλους πνευματικούς και πολιτικούς πλοηγούς που θα μας κατευθύνουν προς κάποιον ελπιδοφόρο ορίζοντα.




Η Ελλάς σήμερα –και με τον όρο Ελλάς εννοώ σύμπαντα τν Ελληνισμό- μοιάζει με σκεβρωμένη περγαμηνή, μοιάζει με το δέρμα γερασμένου ελέφαντα. Η καταιγίδα χτυπά την πόρτα μας σαν κάποιος που θέλει να μπει βίαια μέσα κι εμείς «δειλοί, άβουλοι και μοιραίοι αντάμα προσμένουμε ίσως κάποιο θαύμα», για να επανέλθω στον Βάρναλη. Η λέξη θαύμα, που ομόρριζό της δεν υπάρχει σε καμμιά ευρωπαϊκή γλώσσα, παρότι πιθανώς συγγενεύει με το θεῶμαι (=παρατηρώ) και με τη θέα, δεν μας προσφέρει την προσδοκία για θέα ελπίδος. Διότι σήμερα δεν βλέπουμε τίποτε· παρατηρούμε μηδενικά επί μηδενικών, τα οποία δεν προσφέρουν προοπτική μέλλοντος. Συχνά έχω γράψει και πιο συχνά έχω διδάξει πως, αν θαύματα γίνονταν στο παρελθόν, γιατί να μη γίνουν και στο παρόν; Ο λόγος είναι απλός: το θαύμα δεν έρχεται ως μάννα από τον ουρανό. Ο Θεός δεν είναι Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ούτε έχει τη μεγαθυμία του Στρως Καν και της Μέρκελ να μας χορηγεί δόσεις, όπως η Κίρκη το βελανίδι στους χοιρόμορφους συντρόφους του Οδυσσέα. Δεν λέω, με τα επιδόματα, με τα προγράμματα, τις επιδοτήσεις και όλα τα «κολπατζίδικα» συναφή «φάγαμε καλά» κατά την πάγκαλη ρήση, αλλά έτσι εγίναμε Κίρκειοι χοίροι και τρεφόμαστε με βελανίδι. Πού είναι η παλιά μας αρχοντιά που έκανε τον Κύπριο αγρότη με 10 «τσιρούες» να νιώθει σαν βασιλιάς, όταν σε φιλοξενούσε στο ταπεινό σπιτικό του; Κάποτε ζούσαμε τον πλούτο της φτώχειας, επί μερικά χρόνια ζήσαμε τη φτώχεια του πλούτου και τώρα το παίζουμε «Άσωτοι υιοί». Αλλά δεν υπάρχει κανείς στοργικός και συγχωρητικός πατέρας να σφάξει για μας τον «μόσχο τον σιτευτόν». Θα σφάξει εμάς. Κι εν νοώ ότι όπως τεμαχίστηκε η Κύπρος (αρχόντισσα Κερύνεια και πώς να σε ξεχάσω σχεδιάζεται να τεμαχισθεί και ο λοιπός ελλαδικός χώρος. Ουσιαστικά η Δυτ. Θράκη ανήκει περισσότερο στην Τουρκία και τυπικά ανήκει στην Ελλάδα. Μέγας αφέντης της περιοχής είναι ο Τούρκος πρόξενος της Κομοτηνής. Το ίδιο ισχύει και για το νομό Φλωρίνης. Οικονομικά έχει αλυσοδεθεί στα Σκόπια.




Ας μη στρουθοκαμηλίζουμε και ας μην παριστάνουμε τους ξεπεσμένους αγγέλους. Μας έλειψε η ηρωική στάση ζωής που διέκρινε στις καλές ώρες της την ελληνική φυλή. Το είχε πει ο Χάιντεγκερ αλλά πράξη το είχαμε κάνει εμείς: για να ζήσει κανείς μια αυθεντική ζωή, αυτό που χρειάζεται είναι η αποφασιστική αντιμετώπιση του θανάτου. Αυτό είναι που δίνει ζωή στη νιότη. Σήμερα ποιος είναι περισσότερο ζωντανός στην Κύπρο από το Γρηγόρη Αυξεντίου; Οι πεθαμένοι ή οι ζωντανοί; Ή μήπως, οι κονιοποιητές της πνευματικής μας παραδόσεως, που έβγαλαν και τον Βασίλη Μιχαηλίδη εθνικιστή; Όταν διαβάζω αυτά που γράφονται κι εδώ και στο λοιπό ελληνικό χώρο από τις εθνομηδενιστικές πέννες, άθελα μού έρχεται στο νου το περίφημο ποίημα του Έλιοτ «Οι κούφιοι άνθρωποι». Αυτοί μας κυβερνούν και διαβουκολούν τη νεολαία μας. Για να φθάσεις ψηλά, πρέπει να είσαι σήμερα κούφιος πνευματικά και ψυχικά. Και όχι μόνον κούφιος αλλά και κούφος, δηλαδή επηρμένος και κατά προέκταση αλλοπαρμένος που σημαίνει από άλλους παρμένος, για να μην πω πουλημένος.




Τι είναι σήμερα αυτοί που εκπροσωπούν επίσημα τον Ελληνισμό; Ένα όρθιο λείψανο. Αυτό το όρθιο λείψανο έκανε τον Ελληνισμό να μοιάζει με σπασμένο καθρέφτη. Πού είναι ο ψυχικός ιμάντας που μας ένωνε παλιά; Πού είναι η αδελφοσύνη που μας έδενε όταν βγήκαμε στο νησί κρυφά με ψεύτικα ονόματα το 1964 και μετά; Γιατί καλλιεργείται τόσο μίσος στη Β. Ελλάδα εναντίον της Ν. Ελλάδος; Μήπως σχεδιάζεται διαμελισμός; Μήπως η περιβόητη κρίση είναι τεχνητή για να θολώσει ο νους μας και η Ελλάς να διαμελισθεί; Γιατί προπαγανδίζεται επί δεκαετίες η αυτονομία της Κρήτης; Ο λόγος είναι απλός: κάποιοι θέλουν να ρουφήξουν για λογαριασμό τους το μαύρο χυμό που έχει ολόγυρά της.




Συνάντησα πριν από καιρό έναν ευπορήσαντα παλαιό μου μαθητή και νυν πολιτικό που θέλησε να με αντιμετωπίσει με ύφος υπεροπτικό. «Τι είσαι συ, ποιος είμαι εγώ». Τον αποστόμωσα μακρυγιαννικώς: «Συ είσαι ένας όρθιος νεκρός· πάει καιρός που έχεις πεθάνει, αλλά δεν το έχεις μάθει». Εγώ μένω ζωντανός, διότι με τη γραφή και τη διδαχή μου ζω με τους νεκρούς μας. Σήμερα δυστυχώς στην Ελλάδα – κι από τον όρο αυτό δεν εξαιρώ την Κύπρο- ζωντανούς μπορείς να βρεις μόνο στα νεκροταφεία. Οι ζωντανοί σας είναι στα «Φυλακισμένα μνήματα» και στη «Μακεδονίτισσα». Νεκροφιλία ή νεκρολατρία θα πουν τα τσιράκια του εθνομηδενισμού. Όχι, απαντώ. Όπως είπε ο μεγάλος Ιω. Συκουτρής που εδίδαξε κι εδώ, πολιτισμός είναι η συναναστροφή με τους νεκρούς. Η συναναστροφή με το ήθος, το ύφος, το πνεύμα των προγόνων. Αντίθετα, κάποιοι, παρότι δεν τους έχει γίνει νεκροψία, έχουν από καιρό πάρει το δρόμο προς την κόλαση χωμένοι ως το λαιμό στα ψέματα των ισχυρών.


Ο τόπος μας δεν θα γίνει ποτέ καθαρός, εφόσον θα κατευθύνεται πολιτικά και πνευματικά από τους γόνους των Νενέκων και των Εφιαλτών.



Διάβασα προ ημερών σε μια μεγαλοφυλλάδα των Αθηνών, που υπηρέτησε δουλικά τόσο τις γερμανικές αρχές Κατοχής όσο και το χουντικό καθεστώς, ότι δεν αξίζει να πεθάνει κανείς για ένα πατριωτικό ιδανικό. Έστειλα μια επιστολή, που φυσικά δεν δημοσιεύτηκε και ο λόγος είναι απλός. Έγραψα: «Το χειρότερο είναι πως τίποτε δεν αξίζει όταν κανείς ζει χωρίς αυτό. Και πως ακόμη πιο αισχρό είναι το να ζει κανείς για το νέο ιδανικό, για την καινούργια μεγάλη ιδέα, την έκτη δόση του δανείου. Εμείς που μέχρι πρόσφατα είμαστε η ψυχή της υφηλίου ζούμε με ξένα ψίχουλα και με δανεική ψυχή.»




Μας είπαν ψέματα πολλά, μας είπαν ψέματα αισχρά. Μας είπαν πως μπαίνοντας στην ΕΟΚ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα γίνουμε Ευρωπαίοι. Λες και πριν ήμαστε Ασιάτες και Αφρικανοί. Και τελικά εγίναμε χειρότεροι από αυτούς, όταν μπήκαμε στον ευρωπαϊκό λάκκο των εχιδνών. Διότι δεν μπήκαμε στην Ευρώπη του Γκαίτε, μπήκαμε στην Ευρώπη του Γκαίμπελς. Δεν μπήκαμε στην Ευρώπη του Σαίξπηρ, μπήκαμε στην Ευρώπη του Χάρντιγκ που έπνιξε σαν τα τσιχλόπουλα τα Κυπριωτόπουλα. Δεν με διακρίνει πάθος κανένα κατά των Ευρωπαίων. Διδακτική μου αρχή ήταν μια φράση του Σαίξπηρ: «Μια καλή πράξη σ’ ένα βρόμικο κόσμο». Αυτό κατά την ταπεινή μου αντίληψη, είναι πηγή ευτυχίας για τη ζωή. Μετρήστε τις καλές πράξεις των Βρεττανών. Την εποχή, όπου ο Σαίξπηρ έγραφε αυτά τα υπέροχα, ο σερ Φίλιπ Σίντνεϋ, που είχε τη φήμη του τελειότερου ιππότη και που συνέθετε σαν άγγελος ποίηση και μουσική μαζί με τον σερ Γουώλτερ Ράλεϋ, μάζευαν κάμποσους Ιρλανδούς σε κάποιο βολικό μέρος και τους κατακρεουργούσαν σαν σφαχτάρια.




Είμαι υποχρεωμένος να τα πω αυτά διότι φοβάμαι τον κακό καιρό. Και δεν το εννοώ κλιματολογικώς. Εδώ που καταντήσαμε, βρισκόμαστε σε συνθήκες πολέμου. Τίθεται πλέον θέμα εθνικής –και όχι μόνον- επιβιώσεως. Μαζί με τις ναρκωτικές ιδέες η νεολαία μας πλήττεται και από τις ναρκωτικές ουσίες. «Μαστουρωμένη» χορεύει ένα νέο χορό του Ζαλόγγου που δεν έχει τίποτε ηρωικό. Ό, τι έχει είναι ταπεινωτικό και εξευτελιστικό. Κάποτε ακούγαμε από τα στόματα των νέων την Ιψενική κραυγή: «Δώσ’ τε μου ένα ζευγάρι, μεταχειρισμένα –έστω- ιδανικά». Τώρα ακούμε: «Δώσ’ τε μου ένα δεκάευρο για να πάρω τη δόση μου». Τα παιδιά, της Ελλάδος παιδιά, που τραγούδησε κάποτε η Βέμπο, αγοράζουν το θάνατό τους. Και μαζί τους πεθαίνει και η έννοια Ελλάς. Την πιο βαθειά πληγή της ζωής μου εισέπραξα πέρσι (2011) όταν σ’ έναν τοίχο των Εξαρχείων διάβασα ένα γκράφιτι: «Έλληνας δεν γεννιέσαι, ούτε γίνεσαι· καταντάς»!




Δεν λέω, καλές είναι οι προοδευτικές ιδέες, οι τολμηρές και οι καινοτόμες αντιλήψεις, οι νέες θεωρίες αλλά πρέπει τουλάχιστον να μείνεις ζωντανός για να τις εφαρμόσεις. Σήμερα, καθώς περνώ από τα κέντρα όπου προσφέρεται η μεθαδόνη ή από κάποια σημεία –πολύ κεντρικά- των Αθηνών και του Πειραιά, θαρρώ πως βλέπω τον «Χορό των Σκελετών» που ζωγράφισε ο μεσαιωνικός ζωγράφος Macaber, από το όνομα του οποίου βγήκε η λέξη μακάβριος. Δεν θα προσθέσω τίποτε καινούργιο. Το έχω γράψει σε βιβλία μου διδακτικά που εκδόθηκαν προ 35ετίας. Πρόκειται για μια κουβέντα που είχε πει ένας μεγαλέμπορος ναρκωτικών από τη Μασσαλία: «Η πολιτική πρέπει να συνεργασθεί με τη χημεία». Και τώρα συνεργάζονται με θαυμαστή αρμονία, με θαυμαστά αποτελέσματα και – το κυριότερο- με θαυμαστά κέρδη. Έκαναν τη νεολαία ανίκανη ακόμη και για να επαναστατήσει. Αυτά που γίνονται επί μία τριετία στην Αθήνα δεν είναι επαναστατικές εκρήξεις· είναι προοίμιο ενός νέου εμφυλίου σπαραγμού. Η κρίση, οικονομική και διανοητική – έφερε την ακρισία, έφερε το φθόνο και την κακία, με αποτέλεσμα ο ένας Έλληνας να μισεί τον άλλο- κι όχι πια για λόγους ιδεολογίας. Βρισκόμαστε σε τέλεια σύγχυση. Είμαστε σαν τον ναυαγό τη νύχτα που αντί να κολυμπά προς την ξηρά κατευθύνεται απυξίδωτος προς τα βαθύτερα νερά.




Δεν λέω πως είμαστε αβοήθητοι στον παρόντα καιρό. Δεν έχει περάσει χρόνος πολύς που δύο Γάλλοι καθηγητές του πανεπιστημίου του Μετς, οι Τιερί Φορμέ και Μαρτέν Στεφένς, έγραψαν στην εφημερίδα «Φιγκαρό» τα ακόλουθα συγκινητικά:


«Μιλάμε διαρκώς για το ελληνικό χρέος. Χωρίς να επισημάνουμε ότι η Ευρώπη είναι αυτή που εδώ και 2.500 χρόνια έχει ένα χρέος προς την Ελλάδα. Ένα χρέος αιώνιο, αφού αφορά τα θεμέλιά της».



Αυτό που δεν κατανοούν ίσως οι Γάλλοι καθηγητές είναι πως αυτά τα θεμέλια θέλουν να υπονομεύσουν αυτοί που ξεθεμελίωσαν πρώτα πνευματικά και μετά οικονομικά με τα κάθε λογής «τσιράκια» τους την Ελλάδα. Δεν πρέπει οι Ευρωπαίοι του αύριο να έχουν ως ηθικό και πνευματικό πρότυπο τον Έλληνα άνθρωπο, αλλά τον κοντινό πρόγονό τους, τον Βάνδαλο άνθρωπο. Κι αυτός ο Βανδαλισμός, ως επαναστατική πράξη, εισάγεται και στην Ελλάδα. Δεν θα πω ότι οι Ευρωπαίοι πολιτικοί ταγοί, αφού, χρόνια τώρα ο Ελληνισμός πολιτεύεται σε έγκλιση υποτακτική, δεν είναι απέναντί μας ανεκτικοί. Ούτε θα πω ότι δεν μας προσέφεραν στη συμφορά μας «τσάι και συμπάθεια». Θα πω απλώς ότι οι εκδηλώσεις συμπαθείας των εταίρων μας μοιάζουν με προσευχή χιτλερικού βασανιστή. Θα προσθέσω όμως ότι την αφορμή τη δώσαμε εμείς. Την οικτρή κατάσταση που δημιουργήσαμε την έχει περιγράψει με ενάργεια από το 2ο μ.Χ. αιώνα ο Λουκιανός με το έργο του «Μένιππος ή Νεκρομαντεία». Όταν ο κυνικός φιλόσοφος Μένιππος κατέρχεται στον κάτω κόσμο, ερωτάται από κάποιον Φιλωνίδη, τι γίνεται στον επάνω κόσμο. Κι ο Μένιππος με τέσσερις λέξεις εικονογραφεί τους τότε ανθρώπους και τους νυν: «Ἁρπάζουσιν, ἐπιορκοῦσι, τοκογλυφοῦσιν, ὀβολοστατοῦσιν».




Μετά τη ζοφερή εικόνα που σας έδωσα, εύλογα κανείς μπορεί να αναρωτηθεί αμλετικά: «Να ζει κανείς ή να μη ζει». Θα απαντήσω: να ζει, αλλά να ζει ελληνικά. Δηλαδή ηρωικά. Πρέπει και πάλι να πιστέψουμε στον εαυτό μας, πρέπει και πάλι να πιστέψουμε στο παρελθόν μας, πρέπει και πάλι να πιστέψουμε στην ιδέα του έθνους. Η πίστη στο έθνος μας στην κρίσιμη τούτη καμπή είναι ανάγκη ζωής. Όχι, όμως, καπηλεία του έθνους, όπως έγινε συχνά στο παρελθόν. Το έθνος ως προσφορά θυσίας θα φέρει την αυριανή σωτηρία. Όπως έγραψε τότε που μπαίναμε στην ΕΟΚ ένα από τα πιο φωτεινά ελληνικά μυαλά, ο Πάνος Καραβίας, «για να γίνει το έθνος παλμός καρδιάς, ένα με το αίμα της νιότης μας, πρέπει πρώτα η νιότη μας (Σημ. Σ.Ι.Κ. εννοεί τη νεολαία) να πάει συνείδηση, να πεισθεί πως το έθνος και το εγώ είναι, για τον Έλληνα, έννοιες που δένονται η μια με την άλλη, και πως υπηρετώντας το έθνος πλαταίνεις οικουμενικά και πλουτίζεις σε βάθος το εγώ σου, δίνεις ομορφιά στη ζωή σου και γιομίζεις αγάπη για τον άνθρωπο. Κι εμείς οι Έλληνες είχαμε πάντα τόσο δυνατό το αίσθημα του έθνους, που το ταυτίσαμε με τη θρησκεία και τη φυλή μας – πράγμα σπάνιο, σπανιότατο, αν όχι άγνωστο σ’ άλλα έθνη-σε μια τρισυπόστατη φλόγα».




Θεωρώ επιτακτικό, διότι, κατά τον Θουκυδίδη, «οἱ καιροί οὐ μενετοί», να ξαναγυρίσουμε στον ελληνισμό μας, στις αξίες που μας έθρεψαν αιώνες τώρα επί ζωής. Η ιστορική μας μοίρα είναι συνυφασμένη με τη γεωγραφική μας θέση, στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων, ανάμεσα σε αλληλοσυγκρουόμενους και αρπακτικούς ιμπεριαλισμούς. Κάποτε μας ήθελαν για τη γεωπολιτική μας θέση. Τώρα μας θέλουν διότι στην απέραντη θαλάσσια έκτασή μας υπάρχουν πλήθη θησαυρών. Οι κάθε λογής Αλή Μπαμπάδες με τους 40 κλέφτες τους κτυπούν την πόρτα μας. Ας μην την ανοίξουμε ακούγοντας τη φράση «σουσάμι άνοιξε». Διότι ίσως ανοίξουμε για μια ακόμη φορά τον ασκό του Αιόλου.


Δεν θα πω ότι έλειψε ποτέ η αγάπη για την Ελλάδα. Αλλά οι τωρινοί των μεγάλων δυνάμεων πολιτικοί, καθότι λεπτοστόμαχοι, αγαπούν την Ελλάδα, όπως αγαπά ο καννίβαλος το θύμα του με ...σάλτσα! Ας πάψουμε κάποτε να είμαστε, όπως λέει ο Σολωμός, ένας λαός «πάντοτε ευκολόπιστος και πάντα προδομένος».



Το 1945 ο φίλος και συμπατριώτης μου ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος είχε γράψει:




«Μή γελαστεῖτε ἀπ’ τόν καημό σας καί σᾶς πάρει ὁ ὕπνος γιατί καινούργια σύννεφα πλακῶσαν τήν πατρίδα! Μαῦρα στριφτοπλεγμένα σύννεφα κρέμωνται σάν μολύβια πάνω ἀπ’ τά σπίτια μας, πάνω ἀπ’ τούς τάφους τῶν παιδιῶν μας!




Σε λίγο άρχισε ο «βροτολοιγός», ο «ὀκρυόεις ἐπιδήμιος πόλεμος», όπως τον λέει ο Όμηρος. Κι έτσι δεν μοιραστήκαμε μαζί τη νίκη, όπως μας είχε υποσχεθεί ασύστολα ψευδόμενος ο Τσώρτσιλ, όταν χρειαζόταν το αίμα μας. Και μετά ήλθαν προστάτες οι Αμερικάνοι που άπλωσαν την προστατευτική τους αιγίδα ως την ακρότατη ελληνική θαλάσσια έπαλξη, τη μεγαλόνησο Κύπρο. Τότε είναι που ο δικός σας σπουδαίος ποιητής, ο Θεοδόσης Πιερίδης, έγραψε, ήταν θυμάμαι το έτος 1956, την «Κυπριακή Συμφωνία». Συχνά το έχω πει: δεν πιστεύω στις αλήθειες των πολιτικών· πιστεύω στις αλήθειες των ποιητών. Οι αλήθειες των πολιτικών είναι φτερά στον άνεμο. Οι αλήθειες των ποιητών είναι τα «ριζιμιά χαράκια» των λαών.




Ας ακούσουμε λοιπόν τέσσερις στίχους του Θεοδόση Πιερίδη:




«Στῆς Μεσόγειος τί θέτε τή γλυκιά γαλανάδα;




Ἐμεῖς εἴμαστε Κύπρος, ἐμεῖς εἴμαστε Ἑλλάδα!




Ὅθεν ἤρθατε πᾶτε, φοβεροί Ἀμερικάνοι,




ἡ πατρίδα σας εἶναι κάπου ἀλλοῦ - καί σᾶς φτάνει»!




Αμ δεν τους φτάνει! Γι’ αυτό ένα νέο αμερικανικό imperium δημιουργείται στη Μεσόγειο, το Μαγκρέμπ φλέγεται, η Συρία φλέγεται, το Ιράν τελεί υπό απειλή, το Ιράκ ποτίζεται καθημερινά με αίμα, η Τουρκία αιματορροεί, η Ελλάς φυλλορροεί. Τι χρειάζεται τούτη τη στιγμή ο Ελληνισμός; Έναν εθνικό συναγερμό που να ενώνει σε μια αμφικτιονία αγάπης και αλληλεγγύης τους Έλληνες όλης της γης. Και τότε όχι μόνο θα βγούμε από τα οικονομικά αδιέξοδα, θα βγούμε και από την ηθική ασφυξία, από την πνευματική υπνηλία. Όχι, ο Ελληνισμός δεν βρίσκεται εν ναρκώσει, όπως λένε μερικοί· βρίσκεται απλώς εν υπνώσει.




Καιρός να αφυπνιστούμε, να εργαστούμε και να προμηθευθούμε νερό πολύ, διότι όπως λέγει προφητικά άλλος ποιητής, ο Μιχάλης Κατσαρός, «το μέλλον θα έχει πολλή ξηρασία». Αν όμως είμαστε Προμηθείς και όχι Επιμηθείς, μπορούμε να κάνουμε το μέλλον των παιδιών μας πολύ δροσερό, πολύ φωτεινό.
Περισσότερα... »

«Είμαι περήφανος που δεν είμαι Γερμανός....

Τον γύρο του διαδικτύου κάνει τις τελευταίες ημέρες ένα κείμενο το οποίο φέρει τον τίτλο ...
«Είμαι περήφανος που δεν είμαι Γερμανός: 27 λόγοι και ένα παράπονο».

Το εν λόγω κείμενο κυκλοφορεί ευρέως τόσο στα κοινωνικά δίκτυα, όσα και από e-mail σε e-mail και με πολύ καυστικό τρόπο καταδεικνύει τις διαφορές των Ελλήνων με τους Γερμανούς.

Ακολουθεί αυτούσιο το κείμενο:
1) Πίνω νερό όταν διψάω και μπύρα όποτε θέλω διότι το νερό εμφιαλωμένο ή βρύσης δεν είναι ούτε... στυφό, ούτε άνοστο, ούτε πανάκριβο.
2) Με χοντρές, αθλητικές, λευκές κάλτσες φορώ αθλητικά παπούτσια και όχι σανδάλια...
3) Δε μου χρειάστηκε ποτέ να στήσω μνημείο - υπόλειμμα κανενός τείχους αίσχους για να μου θυμίζει κατάπτυστη διχοτόμηση του έθνους μου, φοβούμενος πιθανή επανάληψη στο μέλλον.
4) Έχω θετική σκέψη, αισιοδοξία, ελπίδα και πίστη και χωρίς να καταναλώσω απίστευτες ποσότητες αλκοόλ.
5) Δεν πιστεύω σε φυλετικές ή άλλες ανωτερότητες, αλλά στο σεβασμό της αξίας και στην προστασία κάθε ανθρώπου.
6) Δεν προκάλεσα δύο δηλωμένους, κι έναν τρίτο υποβόσκοντα, παγκόσμιους πολέμους.
7) Δεν αιματοκύλησα την ανθρωπότητα, δε σκότωσα αμάχους, δεν κατεδίωξα φυλές ή άλλα έθνη, δεν έστησα στρατόπεδα συγκέντρωσης, δεν υπέταξα λαούς, δε ρήμαξα χώρες.
Για την παρασκευή σαπουνιού περιορίζομαι στη χρήση ελληνικού ελαιολάδου.
9) Δε χρωστάω πολεμικές αποζημιώσεις και κατοχικά δάνεια.
10) Δεν σφετερίστηκα ξένους πολιτισμούς κι αρχιτεκτονικές τεχνοτροπίες (γιατί διέθετα δικούς μου), δεν κατέκλεψα αρχαιότητες, δεν υφάρπαξα αγάλματα και θησαυρούς.
11) Δεν είμαι απόγονος του Αδόλφου Χίτλερ.
12) Κάνω την αυτοκριτική μου. Αργά, ανώφελα, άκαιρα ίσως. Έχω κάνει λάθη, πολλά και μοιραία, πλην όμως τ' αναγνωρίζω και πολεμάω. Όπλα δεν καταθέτω, άλλωστε, δεν το έκανα ποτέ (θα το θυμάσαι άσπονδε φίλε γερμανέ, όταν γύρευες να με λειώσεις με τη μπότα της βέρμαχτ...). Κριτής των πάντων, διαιτητής και νταβατζής δε χρήζομαι. Δε μου ταιριάζει ο ρόλος ούτε του δοσίλογου, ούτε του χαφιέ.
13) Χαμογελώ και στη χαρά και στην απόγνωση. Ξέρω, σε προβληματίζει, άσπονδε φίλε γερμανέ, αλλά τι τα γυρεύεις... Είναι στο DNA μου το γέλιο, δουλειά δική μου!
14) Επάνδρωσα τις βιομηχανίες της Γερμανίας με φιλεργατικούς, φιλότιμους, φιλήσυχους Έλληνες μετανάστες (γκασταρμπάιτερ) κρατώντας τους τεμπέληδες, ανεπρόκοπους κι άχρηστους στη χώρα μου.
15) Διέδωσα σε όλους την αξιοπιστία των Siemens συσκευών γερμανικής κατασκευής και χρεώθηκα το σκάνδαλο του χρηματισμού, της μίζας και της δωροδοκίας, αφού έκανα γαργάρα την ευθύνη του γερμανού που δωροδόκησε. Η ενοχή βαραίνει μόνον εκείνον που δωροδοκεί; Μάλλον...
16) Χαίρομαι και τον ήλιο και τη θάλασσα της μεσογείου... Κλισέ, αλλά αληθές. Κι έχω μια μικρή υποψία ότι σ' ενοχλεί, άσπονδε φίλε γερμανέ...
17) Στην ταβέρνα κερνάμε (άγνωστη έννοια).... Ποτέ ρεφενέ, ποτέ ο καθένας τα δικά του, ποτέ κομπιουτεράκι - γερμανικό σύστημα, όπως είθισται να λέμε εμείς οι ταπεινοί οφειλέτες σου.
18) Δανείζομαι, δεν αντιλέγω. Πληρώνω ακόμη τις πληγές παλιών και πρόσφατων κατακτητών που θώπευαν στο λίκνο τους οι χώρες οι δήθεν προοδευμένες κι αξιοζήλευτες, με μηχανισμούς, συστήματα, προγράμματα σαν τη δική σου.
19) Δε σκύβω το κεφάλι, κι είναι κουσούρι μου. Θα βόλευε καλύτερα να προσαρμοζόμουν στο νταχάου ή το άουσβιτς... Τι σου θύμισα τώρα;;;
20) Το γλωσσικό μου ιδίωμα μου επιτρέπει να προφέρω οποιαδήποτε ομιλούμενη γλώσσα χωρίς να αντηχεί διαταγή, επιβολή ή κακόηχη προφορά.
21) Δεν επέλεξα την Αγγέλα. Μου την επέβαλαν. Μα τι φάτσα; Προτιμώ τα playmobil...
22) Δεν αποδίδω στους άλλους, και δη στους Έλληνες, τις ευθύνες για όλα τα δεινά από γεννήσεως κόσμου.
23) Δε συνοδεύω όλα τα πιάτα μου με βραστό λάχανο, βραστές πατάτες και λουκάνικο...Έλεος, λίγη φαντασία δε βλάπτει...
24) Διαθέτω ανοιχτά καταστήματα γιορτινές ημέρες, αν και τεμπέλης, για να προσφέρω καφέ ή φαγητό...
25) Γιορτάζω κι άλλες μέρες πλην Χριστουγέννων, σε πείσμα των καιρών, της κατοχής, της ύφεσης και της εξαθλίωσης.
26) Υποθάλπω πρώτα τους συνανθρώπους μου και στη συνέχεια τα ζώα.
27) Έχω οικογένεια σφιχτή γροθιά. Ενοίκιο δεν πληρώνω στους γονείς μου, παρότι ζω μαζί τους, κι ας ενηλικιώθηκα προ πολλού. (Φρόντισαν άλλοι να μην μπορώ να ζήσω μόνος).

Περισσότερα... »

ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΙΚΕΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΙΣ

 Του Σαράντου Καργάκου




Ιστορικού - Συγγραφέως

Απέφευγα για λόγους προσωπικής ευαισθησίας (έχουμε κι εμείς βέβαια τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα μας!) ν' αναφερθώ στο περιβόητο θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων. Ήμουν εξήμισυ ετών όταν ανήμερα σχεδόν του Αγίου Νικολάου του 1943 οι Γερμανοί πηγαίνανε για σκοτωμό τ' αδέρφια του πατέρα μου. Η μάνα μου λέει πως με κρατούσε από το χέρι. Πέρασε το αυτοκίνητο με τους μελλοθάνατους από μπροστά μας, ο μικρός θείος μου που ήταν δεν ήταν 30 ετών, σήκωσε το χέρι και μας χαιρέτισε μ' ένα πικρό χαμόγελο.
Και μετά το αυτοκίνητο χάθηκε σε κάποια στροφή. Τότε για πρώτη φορά άκουσα κι έμαθα τη λέξη εκτέλεση. Κι η λέξη έμεινε άσβηστη στη συνείδησή μου, γιατί έκτοτε είχαμε κι άλλες, κι άλλες πολλές ακόμη εκτελέσεις. Έφευγαν από κοντά μας αγαπημένα πρόσωπα κι ο κόσμος έλεγε: «Τα πήγαν για εκτέλεση»!
Κάποτε τα δεινά έληξαν και στον τόπο εγκαθιδρύθηκε μια κουτσή και στραβή τάξη. Η οικογένειά μου περνούσε δύσκολες ώρες αφόρητης φτώχειας. Η Κατοχή μάς είχε εξουθενώσει. Κάποιοι δικηγόροι ξεκίνησαν έναν αγώνα για αποζημιώσεις. Μάζευαν υπογραφές από συγγενείς θυμάτων. Υπόσχονταν -αν θυμάμαι καλά- δύο χιλιάδες το «κεφάλι». Πήγαν και στον πατέρα μου να υπογράψει, μα ο φτωχούλης αρνήθηκε με βδελυγμία. «Δεν κοστολογούνται τα κεφάλια των αδελφών μου», είπε. Κι ένιωσε πως ανταπέδιδε με τη φράση αυτή την καλύτερη τιμωρία στην επηρμένη μεταπολεμική Γερμανία, τη Γερμανία του οικονομικού θαύματος, που στηρίχθηκε στην ξένη εργασία και στην αφειδώς παρεχόμενη αμερικανική βοήθεια.
 
Αν σ' όλη αυτή τη μακρά διαδικασία με πληγώνει κάτι, είναι όχι αυτή καθαυτή η εκτέλεση, αλλά η «νομιμότητα» αυτής της εκτέλεσης. Οι γερμανικές αρχές είχαν διακηρύξει πως για κάθε σκοτωμένο Γερμανό θα εκτελούνταν 40 άμαχοι Έλληνες. Ας το σκεφθούμε αυτό: 40 Έλληνες έναντι ενός Γερμανού! Έτσι μας κοστολόγισαν κι έτσι μας κοστολογούν. Ένας Έλληνας είναι υποπολλαπλάσιο του Γερμανού. Αυτό εκφράζει όχι απλώς τη ναζιστική θηριωδία αλλά τη γενικώτερη ευρωπαϊκή νοοτροπία. Γιατί, όπως πολύ σοφά έλεγε ο Ντισραέλι, «μπορεί μια αποικία ν' απέκτησε ανεξαρτησία, αλλά δεν παύει γι' αυτό το λόγο να είναι αποικία».
 
Αν σήμερα οι Γερμανοί δυστροπούν να πληρώσουν την επιδικασθείσα από τα Δικαστήρια αποζημίωση στους μαρτυρικούς κατοίκους του Διστόμου (και όχι μόνον του Διστόμου), δεν το κάνουν μόνο από τσιγκουνιά, το κάνουν για να μας ταπεινώσουν ακόμη μια φορά. αρνούνται υπόσταση στα δικαστήριά μας. Ουσιαστικά δεν αναγνωρίζουν σε μας υπόσταση κράτους. Παραπέμπουν το ζήτημα στον Υπουργό. Αυτός είναι ένας περιδεής εκπρόσωπος της Νέας Τάξης που δεν λογοδοτεί στον ελληνικό λαό αλλά στα Διευθυντήρια των Νέων Καιρών.
Αυτό που όμως με θλίβει δεν είναι η ψυχική κακομοιριά των κυβερνώντων, είναι το ηθικό κατάντημα κάποιων δημοσιογράφων. Άκουγα ένα μεσημέρι κάποιον ραδιοσχολιαστή που με άκρως περιφρονητική φωνή στιγμάτιζε τη συμπεριφορά των Διστομιτών, επειδή κατέφυγαν στα ασφαλιστικά μέτρα κατά των Γερμανών. Κι έλεγε: «Πού φθάσαμε...»! Έπρεπε να είχε ζήσει τη γερμανική φρίκη της Κατοχής, για να είχε δει το πού φθάνε το κτήνος όταν κυριεύει την ανθρώπινη ψυχή. Τι έκαναν οι κάτοικοι του Διστόμου από το να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη; Μήπως έπρεπε κι αυτοί - κι όχι μόνο αυτοί- να συμπεριφερθούν γερμανικά, δηλαδή να πιάσουν καμμιά πεντακοσαριά Γερμανούς τουρίστες και να τους κρατήσουν ομήρους ή να τους εκτελέσουν; Στα αντίποινα των Γερμανών εμείς δεν απαντήσαμε με αντίποινα. Οι Γερμανοί τιμωρήθηκαν ελάχιστα γι' αυτά που διέπραξαν στον τόπο μας. Κάλυψαν ένα ελάχιστο μέρος των αποζημιώσεων που όφειλαν. Συνέχισαν τη ν αζιστική πολιτική, όχι βέβαια στη γραμμή του Χίτλερ (δεν είναι ακόμη καιρός) αλλά στη γραμμή του Γκαίμπελς. Παραπλάνηση και εξαπάτηση. Και μετά αποθράσυνση. Θα 'ρθει στιγμή που θα μας ζητήσουν αποζημίωση για τις σφαίρες που ξόδεψαν για να μας... σκοτώσουν.



Μέρος Δεύτερο
Το κείμενο που προηγήθηκε είχε γραφτεί προ πολλών ετών για να δημοσιευθεί στην εφημερίδα όπου αρθρογραφούσα επαγγελματικώς. Δεν δημοσιεύθηκε· και σε λίγες ημέρες «εκτελέστηκα» και δημοσιογραφικώς. Μου τράβηξαν το χαλί επιτηδείως κάτω από τα πόδια μου. Τώρα που ήλθαν οι δύσκολοι καιροί και η Γερμανία μάς φόρεσε καπίστρι, πολλοί σταθμοί και πάμπολλα έντυπα μού ζητούν να μιλήσω και να γράψω για τις περιβόητες αποζημιώσεις. Μου ζητήθηκε να μιλήσω και για τις εκτελέσεις. Κι αντιμετώπισα τις λοιδορίες δύο «καναλοκύνων». Αναφερόμουν στην εκτέλεση των συγγενών μου και στην υπέροχη στάση της γιαγιάς μου. Ήμουν μπροστά, όταν ο πατέρας τής ανακοίνωσε την εκτέλεση των δύο παιδιών της, των δύο αδελφών του. Η γιαγιά - βαθιά χριστιανική ψυχή- κατέβασε το μαύρο τσεμπέρι ως τα μάτια και πριν τυλίξει με αυτό το στόμα για να μη βγει κραυγή οδύνης, κατόρθωσε να μουρμουρίσει:
- Ο θεός να τους συγχωρέσει για το κακό που μου έκαναν!...
Κι έπειτα κλείστηκε στη βαθιά σιωπή της. Που και που ένα σιγαλό - σαν αγεράκι απαλό- μοιρολόι..
Πέρασαν κάποια χρόνια. Ήμουν στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου, την λεγόμενη τότε «Ογδόη». Ο πατέρας έφθασε ένα μεσημέρι ράκος στο σπίτι. Τον είχε επισκεφθεί στο κατάστημα του «Δραγώνα» (Αιόλου 89) ο άνθρωπος που είχε βάλει στη λίστα των μελλοθάνατων τα αδέρφια του. ήταν ετοιμοθάνατος· τον «κουράριζε» στον Άγιο Σάββα, εξάδελφός μου ογκολόγος.. Του έμεναν λίγες ημέρες ζωής. Ζήτησε από τον εξάδελφό μου την άδεια να βγει για λίγες ώρες· έπρεπε κάποιον να δει. Και πήγε να βρει τον πατέρα μου. Δεν μπορούσε να ανέβει στον ημιώροφο. Τον ζήτησε και κατέβηκε ο πατέρας. Σαν τον είδε πάνιασε.
- Ήλθα να πάρω τη συγγνώμη σου, του είπε ο άλλος. Σε λίγες μέρες πεθαίνω...
Ο πατέρας, βαθιά συγκλονισμένος, μόλις κατόρθωσε να ψελλίσει μία φράση:
- Να 'σαι συγχωρεμένος...
 
Ανέβηκε γρήγορα τις σκάλες και κλείστηκε στο γραφειάκι που ήταν το λογιστήριο. Δεν ήθελε να τον δει κανείς με δάκρυα στα μάτια. Ήταν ένας μικρόσωμος άνθρωπος με υψηλή περηφάνεια.. Μας τα είπε στο σπίτι με αναφιλητά. ήταν η πρώτη φορά που μάλωσα με τον πατέρα μου. Με τη σκληρότητα της νεανικής ηλικίας πίστευα πως η συγγνώμη σ' έναν εγκληματία συνιστά αδικία. Σήμερα το ίδιο θα έπραττα κι εγώ, Αυτό δεν σημαίνει πως έκοψα να είμαι Μανιάτης. Αλά η πείρα μιας μακράς ζωής με εδίδαξε ότι η καλύτερη εκδίκηση είναι η συγγνώμη. Γι' αυτό συγχωρώ και τον δημοσιογράφο - κάποτε φίλο- και τα παρασαρκώματα που τον περιστοιχίζουν, που, χωρίς να φορούν την στολή της «Βέρμαχτ», συνεχίζουν με άλλα μέσα το έργο τους.
Συγχωρώ ακόμη και τους Γερμανούς δημοσιογράφους, τραπεζίτες και πολιτικούς για όσα μας κάνουν. Κι όχι απλώς τους συγχωρώ, αλλά τους ευγνωμονώ. Από τη δική τους αγνώμονα στάση, θα ξεπηδήσει η δική μας ανάταση, η νέα εθνική μας επανάσταση. Όχι κατά των Γερμανών αλλά κατά των υπολειμμάτων του δωσιλογισμού που «κοπροκρατούν» (το ρήμα του Ελύτη) πολιτικά και οικονομικά τη δόλια πατρίδα μας.


Υ.Γ. Το πρωτότυπο κείμενο είναι δημοσιευμένο σε πολυτονικό

Πηγή: Αθηναϊκό Ημερολόγιο 2012, Εκδόσεις Φιλιππότη


Περισσότερα... »

"ΟΥΔΕΝ ΚΡΥΠΤΟΝ ΥΠΟ ΤΟΝ ΗΛΙΟΝ"


Περισσότερα... »